Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

12 ΙΟΥΝΙΟΥ : ΟΣΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ

ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Βίος τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου

Α) Ἡ ἐπίγεια πατρίδα του

Ὅλοι οἱ Ἕλληνες γνωρίζουμε γιὰ τὴν Περσία. Ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐθνική, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία καὶ παράδοση. Ἡ ἱστορία μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς προσπάθειες ποὺ ἔκαναν στὰ ἀρχαία χρόνια οἱ Πέρσες γιὰ νὰ κυριεύσουν τὶς περιοχὲς ποὺ βρίσκονταν δυτικὰ τῆς χώρας τους. Ὁ Περσικὸς στρατὸς μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ξέρξη ἐπιχείρησε νὰ κατακτήσει ὄχι μόνον τὴν περιοχὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀλλὰ καὶ τὴν πατρίδα μας. Ὅλοι μας γνωρίζουμε γιὰ τὶς μάχες τῶν Πλαταιῶν, τῶν Θερμοπυλῶν, τοῦ Μαραθῶνος καὶ τὴν ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας εἰς τὴν ὁποίαν καταστράφηκε ὁ Περσικὸς στόλος καὶ ἔτσι οἱ Πέρσες ἀναγκάστηκαν νὰ ἐπιστρέψουν ἡττημένοι στὴν πατρίδα τους.
Οἱ Πέρσες καὶ κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο προσπάθησαν νὰ κυριεύσουν τὶς ἀνατολικὲς ἐπαρχίες τοῦ Βυζαντίου. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες τους κυρίευσαν τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πῆραν σὰν λάφυρο τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ τὸν Πατριάρχη. Οἱ χριστιανοί, μὲ μεγάλο πόνο πληροφορήθηκαν τὸ γεγονὸς καὶ ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῆς Περσίας γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ τὶς ὑπόδουλες ἐπαρχίες τῆς αὐτοκρατορίας. Οἱ Πέρσες συμμάχησαν μὲ τοὺς Ἀβάρους καὶ προσπάθησαν νὰ κυριεύσουν τὴν Βασιλεύουσα (626 μ.Χ.) ἡ ὁποία ἦταν ἀνυπεράσπιστη, διότι ὁ στρατὸς μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο ἀπουσίαζαν προκειμένου νὰ ἐλευθερώσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Τὴν Πόλη διέσωσε κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ἡ Παναγία μας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ποὺ ψάλλεται τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στὶς ἐκκλησίες τῆς πατρίδας μας.
Ἡ Περσία δέχθηκε καὶ αὐτὴ πολὺ νωρὶς τὸ μήνημα τοῦ Εὐαγγελίου. Πολλοὶ Πέρσες ἀρνήθηκαν τὰ εἴδωλα καὶ πίστεψαν στὸν Κύριό μας. Κατὰ τὸ μέσον τοῦ 2ου αἰ. μέχρι καὶ τὸ μέσον τοῦ 3ου ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ῥιζώσει γιὰ τὰ καλὰ στὴν Περσία. Παράλληλα μὲ τὴν ἀνόθευτη διδασκαλία τοῦ Ναζωραίου διαδόθηκαν καὶ οἱ αἱρέσεις τῶν Μανιχαϊστικῶν καὶ τῶν Γνωστικῶν. Μετὰ τὸ 339 μ.Χ. τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλεύθερη ζωὴ τῆς ἐκκλησίας διαδέχθηκαν διωγμοί, τοὺς ὁποίους ἐξαπέλυσαν ὁ αὐτοκράτορας Σαπὼρ Β´ καὶ οἱ διάδοχοί του. Δὲν εἶναι λίγοι οἱ πιστοὶ ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό. Ἔτσι στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου σήμερα βρίσκονται Πέρσες οἱ ὁποῖοι ἱκετεύουν γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ὁμοεθνῶν τους. Ἡ κατάληψη τῆς χῶρας ἀπὸ τοὺς Ἄραβες ἔγινε ἀφορμὴ νὰ ξεσπάσουν νέοι διωγμοὶ κατὰ τῶν Χριστιανῶν μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο νὰ ἔχουμε νέους Μάρτυρες ἀλλὰ σχεδὸν νὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ πιστοὶ τοῦ Ναζωραίου.

 

Β) Χαρὰ στὰ ἀνάκτορα

Ἕνας μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ γεννήθηκε στὴν Περσία, ἀλλὰ ἐξαγιάστηκε στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου εἶναι ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος.
Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος καταγόταν ἀπὸ βασιλικὴ οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι πιστοὶ στὰ διδάγματα τῆς ἐκκλησίας καὶ προσπαθοῦσαν στὴ ζωή τους νὰ ἐφαρμόσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ τιμὲς ποὺ τοὺς γίνονταν καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολάμβαναν, λόγω τοῦ ἀξιώματός τους, δὲν τοὺς ἔκαναν ἐγωϊστὲς καὶ ὑπερήφανους. Πάντα εἶχαν στὸ μυαλό τους τὸ γραφικό: Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. Παράλληλα μὲ τὸν ἀγῶνά τους γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους φρόντιζαν ὄχι μόνογιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν ὑπηκόων τους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐημερία τους.
Τὴν χαρὰ καὶ τὴν ευτυχία τους ἐπεσκίαζε ἡ ἔλλειψη τέκνων. Βέβαια στὰ ἀνάκτορα εἶχαν πάρει ὀρφανὰ καὶ τὰ ἀνέτρεφαν σὰν δικά τους παιδιά· ἂν καὶ αὐτὸ ἀπάλυνε τὸν πόνο τους, ὅμως δὲν ἔσβηνε τὸν πόθο τους νὰ ἀποκτήσουν δικό τους παιδί. Ἔπαιρναν θαῤῥος καὶ κουράγιο ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: Αἰτεῖται καὶ δοθήσεται ὑμῖν· γιὰ αὐτὸ κατέφευγαν πάντα σὲ Αὐτόν. γονατιστοί, καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό, παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ ἀποκτήσουν παιδί: Παντοδύναμε Κύριε, σὲ παρακαλοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας ἄκουσε τὴν προσευχὴ τῶν ἀναξίων καὶ ἁμαρτωλῶν δούλων Σου καὶ ἀξίωσέ μας νὰ γίνουμε γονεῖς. Χάρισε Κύριε καὶ σὲ μᾶς ἕνα παιδί. Ἐσὺ εἶπες ὅτι ἂν δύο ἄνθρωποι Σοῦ ζητήσουν κάτι, θὰ τοὺς τὸ δώσεις.
Παράλληλα μὲ τὶς δικές τους προσευχές, παρακάλεσαν ἱερεῖς καὶ ἄλλους πιστοὺς ἀνθρώπους νὰ προσευχηθοῦν γιὰ νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεὸς ἀπογόνους. Δὲν ἦταν δυνατὸν τόσες θερμὲς προσευχὲς νὰ μὴ κυκλώσουν τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχουν ἀπάντηση. Μπορεῖ ἡ ἀπάντηση νὰ μὴν ἦλθε ἀμέσω, ἴσως ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ὅμως κάποτε ἦλθε.
Μιὰ μέρα μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἡ Βασίλισσα ἀνακοίνωσε στὸν ἄνδρα της τὴν χαρμόσυνη εἴδηση ὅτι εἶναι ἔγκυος. Τὴν φορὰ αὐτὴ οἱ προσευχὲς τοῦ ἀνδρόγυνου ἦταν εὐχαριστήριες. Ἡ εἴδηση ὅτι ἡ Βασίλισσα περιμένει παιδάκι ἀμέσως διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια. Ὅλοι ὅσοι τὸ ἔμαθαν ἔνοιωσαν τὴν ἴδια χαρὰ μὲ τοὺς βασιλεῖς τους.
Ὁ χρόνος κυλοῦσε ἥρεμα καὶ ἡ Βασίλισσα μὲ λαχτάρα περίμενε τὴν ὥρα ποὺ θὰ φέρει στὸν κόσμο τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Γνώριζε ὅτι μέσα της ἔφερε μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸ ἔκανε τὸ πᾶν, ὥστε τὸ ἔμβρυο νὰ τραβήξει τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Κάθε μέρα σταύρωνε τὴν κοιλιά της, θυμίαζε τὸ σπίτι της καὶ ἦταν πολὺ προσεκτικὴ σὲ ὅλη της τὴ ζωή· γενικὰ ἔκανε ὅ,τι εἶχε συμβουλεύσει ὁ πνευματικός τους.

 

Γ) Ὁ ἀποχωρισμός.

Ὁ ἐρχομὸς στὸν κόσμο κάθε νέου ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε πηγὴ χαρᾶς. Ἡ Βασίλισσα μιὰ μέρα ἔχοντας δίπλα της τὸν σύζυγό της καὶ μὲ τὴν βοήθεια μιᾶς χριστιανῆς μαίας ἔφερε στὸν κόσμο ἕνα πανέμορφο ἀγοράκι. Ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια ἦταν πιὰ πανευτυχής. Τὴν ἴδια χαρὰ αἰσθάνθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ὑπήκοοί τους. Οἱ γονεῖς, σὰν ζωντανοὶ χριστιανοὶ ποὺ ἦταν, ἔκαναν ὅλα ὅσα ἡ ἐκκλησία μᾶς προστάζει.
Ἔπρεπε σύντομα νὰ τὸ κάνουν μέλος τῆς στρατευομένης ἐκκλησίας. Πῶς νὰ τὸ ὀνομάσουν; Πολλοὶ δικοί τους τοὺς ὑποδείκνυαν διάφορα ὀνόματα ποὺ νόμιζαν ὅτι ταίριαζαν νὰ δοθοῦν στὸ βασιλόπουλο. Οἱ γονεῖς καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀνέθεσαν στὸν Δημιουργὸ τοῦ κόσμου. Ἡ ἀπάντηση δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει. Ὁ βασιλιὰς ἔλαβε θεία ἀποκάλυψη ποὺ τὸν συμβούλευε νὰ ὀνομάσει τὸ παιδί του Ὀνούφριο καὶ μετὰ τὴν βάπτιση νὰ τὸ πάει σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ ἦταν στὴν Ἑρμούπολη τῆς Αἰγύπτου.
Οἱ γονεῖς σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν αἰσθάνθηκαν κάποια λύπη γιὰ τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποχωρισθοῦν τόσο σύντομα τὸ βλαστάρι τους, μὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς τὸ ἔδωσε εἶπαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸ δικό τους θέλημα. Γνώριζαν ὅτι κάθε παιδὶ δὲν εἶναι κτῆμα τῶν γονέων του, ἀλλὰ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς τὰ ἐμπιστεύεται στοὺς γονεῖς γιὰ ὅσο χρονικὸ διάστημα Αὐτὸς κρίνει γιὰ νὰ τὰ ἀναθρέψουν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του· ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου.
Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς μαζὶ μὲ ἄλλους ἱερεῖς ἔκαναν τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἔδωσαν στὸ παιδὶ τὸ ὄνομα Ὀνούφριος. Ὁ Ὀνούφριος ὅμως σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθεῖ σὲ Αὐτόν. Τὸ θέλημα αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγματοποιήσει ὁ πατέρας. Ἡ Ἑρμούπολη ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν χώρα ἀρκετά. Μέχρι νὰ φτάσουν στὸ μοναστήρι θὰ περνοῦσαν ἀρκετὲς ἡμέρες. Πῶς θὰ τρέφονταν τὸ παιδί; Πᾶμε νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς θὰ προνοήσει καὶ γιὰ αὐτόν· εἶπε ὁ πατέρας.
Ἡ μικρὴ συνοδεία ξεκίνησε, ἀφου ἡ μητέρα πῆρε γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της καὶ τὸ ἀσπάστηκε, διότι δὲν ἤξερε ἂν θὰ τὴν ἀξίωνε ὁ Θεὸς νὰ τὸ ξαναδεῖ. Στὸ δρόμο ποὺ πήγαιναν παρουσιάστηκε μία ἐλαφίνα ἡ ὁποία τοὺς ἀκολουθοῦσε. Ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἦταν σταλμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ θρέψει τὸν Ὀνούφριο. Πράγματι ἡ ἐλαφίνα σὲ ὅλη τὴν διαρκεια δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου, ἀλλὰ τοὺς ἀκολουθοῦσε καὶ ὅταν ἔβαζαν τὸν Ὀνούφριο νὰ θηλάσει αὐτὴ δὲν ἔφερνε καμία ἀντίσταση.

 

Δ) Στὸ μοναστήρι.

Ὅταν ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ συνοδεία του ἔφτασαν στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν ἀπόγευμα. Στὸν μοναχὸ ποὺ ἦταν στὴν πόρτα εἶπαν ὅτι ἤθελαν νὰ δοῦνε τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς. Μπορεῖτε νὰ μπεῖτε στὸ μοναστήρι· τοὺς εἶπε καὶ τοὺς ὁδήγησε στὸ ἡγουμενεῖο. Σὲ λίγο ἦλθε μπροστά τους ἕνας ὑψηλὸς μοναχός, ποὺ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε. Ἀφοῦ συστήθηκαν, τοῦ εἶπαν τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς τους. Ὁ ἡγούμενος τοὺς ὑπενθύμισε ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπαγορεύουν νὰ μένουν στὸ μοναστήρι ἄτομα ποὺ δὲν ἔχουν γένεια.
-Πάρτε τον πίσω, καὶ ὅταν ἐνηλικιωθεῖ καὶ θέλει νὰ ἔλθει τότε εἶναι εὐπρόσδεκτος γιὰ νὰ καταταγεῖ στὸν χορὸ τῶν πατέρων τῆς Μονῆς.
Ὁ πατέρας ἀντέτεινε ὅτι ἂν δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ γίνει αὐτό, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸ ζητοῦσε.
-Παιδί μου, λέει ὁ Γέροντας, ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ μᾶς πλανήσει μὲ χίλιους δύο τρόπους· ξεχνᾶς ὅτι μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός; Ἀποκλείεται νὰ ἔγινε καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο; Ἄς ποῦμε ὄτι κρατοῦμε τὸν Ὀνούφριο· μὲ τί θὰ τραφεῖ; Ἐδῶ δὲν ἔχουμε γάλα καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μεγαλώσει ἕνα παιδί.
-Γέροντα, τὸ παιδὶ αὐτὸ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τὸ ἔθρεψε σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ πολυήμερου ταξιδιοῦ μας, ἔτσι θὰ τὸ θρέψει καὶ ἐδῶ.
-Δηλαδή, τί ἔγινε; ρωτάει ὁ ἡγούμενος.
-Ὁ Θεὸς μᾶς ἔστειλε μία ἐλαφίνα, στὴν ὁποία θήλαζε. Ἡ ἐλαφίνα αὐτὴ εἶναι τώρα ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, πᾶμε νὰ τὴν δεῖτε καὶ πεισθεῖτε ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ μείνει τὸ παιδί μου ἐδῶ.
Σὲ λίγο ὅλοι τους ἦταν στὴν ἐξώπορτα τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ γέροντας ὅταν εἶδε τὴν ἐλαφίνα ἀνεφώνησε: Ὡς θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου Κύριε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ παραμείνει κοντά μας τὸ νήπιο.
Ὁ βασιλιάς, χαρούμενος ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ γέροντα, καὶ ἀφοῦ ἔμεινε μὲ τὴν συνοδεία του μερικὲς μέρες στὸ μοναστήρι, ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἦταν εὐχαριστημένος γιατὶ τὸ παιδί του θὰ εὕρισκε ἐκεῖ ἀγάπη καὶ φροντίδα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Μονῆς ἀνέλαβε νὰ μεγαλώσει τὸν Ὀνούφριο.

 

Ε) Ἡ ζωή του στὸ μοναστήρι.

Ὁ βασιλιάς, αφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸ παιδί του καὶ τοὺς πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Περσία, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι σύντομα θὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ ξαναγυρίσει.
Ὁ Ὀνούφριος, μέχρι τὰ τρία του χρόνια θήλαζε ἀπὸ τὴν ἐλαφίνα, ἡ ὁποία ἐρχόταν ὧρες. Παράλληλα, παρακολουθοῦσε ὅσο ἦταν δυνατόν, τὶς ἀκολουθίες ποὺ γινόταν στὸ μοναστήρι. Οἱ πατέρες, τὸν προέτρεπαν νὰ κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ τὸν ἐξασκοῦσαν στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητα.
Ὁ Ὀνούφριος ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός· ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτόν. Ὅλοι οἱ πατέρες τὸν θαύμαζαν καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἔστειλε κοντά τους τὸ παλληκάρι αὐτό, τὸ ὁποῖο πολλὲς φορὲς τοὺς δίδασκε μὲ τὴν ἁγία του ζωή, καὶ τὸν εἶχαν γιὰ πρότυπό τους. Οἱ πατέρες, τοῦ ἔμαθαν νὰ διαβάζει καὶ ἔτσι σύντομα ἔγινε ἀναγνώστης στὶς ἀκολουθίες τῆς μονῆς. Ὅταν δὲν εἶχε διακόνημα, ἐντρυφοῦσε στὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ στὰ Πατερικὰ κείμενα. Ἡ ὑπακοὴ ποὺ ἔκαμε στὸν γέροντα καὶ στοὺς πατέρες, ἔμεινε παροιμιώδης στὸ μοναστήρι.
Στὸ συναξάρι διαβάζουμε ὅτι: Ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς μονῆς ἐκείνης ἦταν ἁγιότατοι καὶ ἄμεμπτοι καὶ ζοῦσαν τηρώντας ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου. Εἶχαν ὅλοι μία ψυχή, καὶ μία καρδιά, καὶ ἀγάπη θαυμάσια μεταξύ των. Ἐὰν κάτι ἄρεσε στὸν ἕνα τὸ ἤθελαν ὅλοι. Νήστευαν, προσεύχονταν ὅλη τὴν νύκτα καὶ τὴν μέρα ἔκαμναν μὲ τόση σιωπὴ τὸ ἐργόχειρό τους, ὥστε κανένας δὲν τολμοῦσε χωρὶς ἀνάγκη νὰ πεῖ ἔστω καὶ ἕναν σύντομο λόγο. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν αἰτία ὥστε σύντομα ὁ Ὀνούφριος νὰ ξεπεράσει στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἁγιότητα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συμμοναστές του, γιὰ αὐτὸ καὶ κέρδισε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση ὅλων.

 

Στ) Κείρεται μοναχός.

Μὲ μεγάλη χαρὰ ὁ Γέροντας τῆς Μονῆς ἔβλεπε τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ Ὀνουφρίου. Μιὰ μέρα τὸν κάλεσε στὸ ἡγουμενεῖο καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι πρέπει νὰ ἐντείνει περισσότερο τὶς προσπάθειές του γιὰ τὸν ἐξαγιασμό του, διότι σύντομα θὰ τὸν κείρει μοναχό. Ὁ Ὀνούφριος, ὅταν ἄκουσε αὐτά, τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε νὰ ψελλίσει ἦταν τὸ· εὐλόγησον.
Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες μέσα στὸ λαμπροστολισμένο καὶ ὁλοφώτεινο καθολικό, ποὺ ἦταν γεμάτο ἀπὸ μοναχούς, δύο πατέρες ψάλλοντας τὸ: Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον…· τὸν ὁδήγησαν στὸν ἡγούμενο ποὺ στέκονταν στὴν Ὡραία Πύλη ὅπου ὁ γέροντας τὸν ρώτησε:
-Τί προσῆλθες ἀδελφέ, προσπίπτων τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ καὶ τῇ ἁγίᾳ Συνοδείᾳ ταύτῃ;
-Ποθῶν τὸν βίον τῆς ἀσκήσεως, τίμιε Πάτερ.
-Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ ἀγγελικοῦ Σχήματος καὶ καταταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν μοναχῶν;
-Ναι, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος τίμιε Πάτερ.
Στὴν συνέχεια, ὁ ἡγούμενος πῆρε τὸ ψαλίδι καὶ κόβοντας λίγα μαλλιά, σχημάτισε στὸ κεφάλι του τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, λέγοντας: Ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν Ὀνούφριος κείρεται τὴν κόμην τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Κατόπιν οἱ μοναχοί, τὸν ἔντυσαν μὲ τὴ στολὴ τοῦ μοναχοῦ καὶ ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔδωσε ἕναν Σταυρό, καὶ ἕνα ἀναμμένο κερί, λέγοντας: Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων.
Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία, ὅλοι οἱ πατέρες πέρασαν καὶ τοῦ εὐχήθηκαν: Καλὴ ὑπομονή, καὶ καλὸν Παράδεισο. Μετά, ἀκολούθησε ἀγρυπνία ἡ ὁποία τελείωσε ὅταν πιὰ ὁ ἥλιος εἶχε ἀνατείλει καὶ στὴ συνέχεια παρατέθηκε τράπεζα.
Ὁ ἡγούμενος στὴν τράπεζα τὸν συμβούλευσε νὰ μὴ ξεχάσει ποτὲ τὶς μοναχικὲς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε καὶ ὅτι σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ νὰ γίνει δοχεῖο καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Θείας Χάριτος. Τοῦ ὑπενθύμισε ἀκόμα ὅτι οἱ ἀρετὲς μὲ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ κοσμεῖται ὁ μοναχός, εἶναι ἡ ὑπακοή, ἡ παρθενία, καὶ ἡ ἀκτημοσύνη.

 

Ζ) Ἱερὸς πόθος.

Στὸ μοναστήρι ἡ ζωὴ δὲν ἦταν εὔκολη· ὁ ἐλεύθερος χρόνος ποὺ εἶχε ἦταν μηδενικός. Οἱ ἀκολουθίες συνεχεῖς. Ἄρχιζαν ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ. Στὴν συνέχεια διάβαζαν τὶς ὧρες, τὸν Ὄρθρο καὶ τελείωναν ἀφοῦ ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη ἀνατείλει πρὶν ἀπὸ πολλὴ ὥρα, μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Κατόπιν ὁ κάθε μοναχός, πήγαινε στὸ διακόνημά του τὸ ὁποῖο διαρκοῦσε μὲχρι νὰ σημάνει γιὰ τὴν Ἑνάτη ὥρα. Ἀκολουθοῦσε τὸ λιτὸ γεῦμα καὶ μετὰ ἐπέστρεφαν στὸν ναὸ γιὰ τὸν Ἑσπερινό, καὶ τὸ Ἀπόδειπνο. Ὁ χρόνος τους μετὰ ἦταν ἐλεύθερος γιὰ προσευχή, μελέτη, ξεκούραση…
Στὴν τράπεζα ποὺ ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό, καθημερινὰ συγκεντρωνόταν ὅλη ἡ ἀδελφότητα καὶ ἔτρωγε τὸ λιτὸ φαγητὸ ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ὁ μάγειρας τῆς Μονῆς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες ἀνεβασμένος στὸν ἄμβωνα διάβαζε τὸν βίο τοῦ Ἁγίου ποὺ γιόρταζε τὴν μέρα ἐκείνη, ἢ κάποιο πατερικὸ κείμενο ποὺ βοηθοῦσε τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐντείνουν τὸν προσωπικό τους ἀγώνα γιὰ τὴν κατὰ Θεὸ τελείωσή τους. Πρὶν σηκωθοῦν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ὁ Γέροντας τόνιζε ὁρισμένα σημεῖα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ διαβάστηκε.
Ὅλοι οἱ πατέρες μιλοῦσαν μὲ θαυμασμό, καὶ μεγάλη εὐλάβεια γιὰ τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας. Ἐπίσης οἱ μοναχοὶ θαύμαζαν πολὺ τοὺς Ἁγίους τῆς ἐκκλησίας μας ποὺ ἔζησαν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, μέσα στὴν ἔρημο, τὶς σπηλιές, στὰ δάση… δηλαδὴ τοὺς ἀναχωρητές.
Ὅλα τὰ παραπάνω ἄναψαν τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὀνουφρίου νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Μολις γύρισε στὸ κελλί του, ἔπεσε στὰ γόνατα, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο τῶν ἀναχωρητῶν, ἂν βέβαια εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του.
Ἡ σκέψη νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πάει στὴν ἔρημο τὸν βασάνιζε ἀρκετὲς μέρες. Μία μέρα πῆρε ἀπόφαση νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς σκέψεις του στὸν πνευματικό του.
Αὐτὸς ὅταν τὸν ἄκουσε, τοῦ εἶπε:
-Ἡ ἐπιθυμία σου εἶναι καλὴ καὶ θεάρεστη. Πρέπει νὰ ξέρεις ὅτι πολλὲς φορὲς ὅτι ἐπιθυμοῦμε, καὶ ἄς φαίνεται ὅτι εἶναι γιὰ τὸ πνευματικό μας συμφέρον, δὲν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι Αὐτὸς γνωρίζει καλύτερα τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας καὶ τὶς δυνατότητές μας. Πολλὲς ἅγιες ἐπιθυμίες μας εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ὁ μισόκαλος θέλει νὰ μᾶς ῥίξει στὸν ἐγωϊσμό, νὰ ἀγανακτήσουμε κατὰ τοῦ πνευματικοῦ μας, ἂν μᾶς πεῖ ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἐπιθυμία μας καὶ τελικὰ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀγανακτήσουμε καὶ ἴσως νὰ μελαγχολήσουμε, μὲ φοβερὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὴν ψυχική μας ὑγεία. Ἐγὼ παιδί μου δὲν σὲ ἀποτρέπω, μόνον σὲ συμβουλεύω νὰ προσευχηθεῖς πολύ, καὶ ἐγὼ γιὰ νὰ δώσει σημάδι ὁ Θεὸς τὶ θέλει γιὰ σένα.
Τὸ θέμα αὐτὸ τὸν προβλημάτισε γιὰ πολὺ καιρό. Ἤξερε ὅτι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔλεγε πάντοτε αὐτὸ ποὺ ἦταν σωστὸ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του. Κάποια μέρα ποὺ ἦταν καὶ πάλι κοντὰ στὸν ἡγούμενο αὐτὸς τὸν ῥώτησε:
-Παιδί μου, ἡ ἐπιθυμία σου νὰ ζήσεις στὴν ἔρημο, ὑπάρχει ἀκόμα;
-Ναὶ γέροντα, σὰν φωτιὰ καίει μέσα μου. Θέλω πολὺ νὰ πάω, ἂν βέβαια εἶναι γιὰ τὸ συμφέρον της ψυχῆς μου. Θέλω ὅμως νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνον μὲ τὴν εὐλογία σας.
Ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε:
-Ἑτοιμάσου παιδί μου νὰ πᾶς ὅπου σὲ ὁδηγήσει ὁ Θεός. Ἄν ἀπὸ ὁποιοδήποτε λόγο ἐπιθυμήσεις νὰ γυρίσεις στὸ μοναστήρι, μὴν δειλιάσεις. Ἡ πόρτα θὰ εἶναι πάντα ἀνοιχτή. Νὰ πᾶς μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καὶ ὅλων τῶν πατέρων.
Ὁ Ὀνούφριος, ἀφοῦ ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια καὶ εὐχαρίστησε τὸν γέροντα, γύρισε στὸ κελλί του. Εὐχαρίστησε τὸν Θεό, ποὺ ἄκουσε τὶς προσευχές του καὶ ἀποφάσισε νὰ φύγει τὸ συντομότερο χωρὶς νὰ τὸ μάθει κανεὶς ἀπὸ τοὺς πατέρες.

 

Η) Στὴν ἔρημο.

Μια νύχτα, ἑνῶ οἱ πατέρες ἦταν στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀκολουθία, ἔφυγε μὲ ἀνάμεικτα αισθήματα ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἔχοντας μαζί του ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐχή, τὴν εὐλογία καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ γέροντα, καὶ λίγα παξιμάδια καὶ νερό. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἔκανε τὸν Σταυρό του καὶ βάδισε πρὸς τὴν βαθιὰ ἔρημο, ὅπως ἄκουγε νὰ λένε οἱ πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ.
Ὅταν ἔφυγε, ἀντίκρισε στὸ βάθος ἕνα βουνό, καὶ μονολόγησε: Ἐκεῖ θὰ πάω. Περπάτησε πολλὴ ὥρα· τὰ πόδια του δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σύρει πιά. Λιποψύχησε· θὰ γυρίσω πίσω εἶπε. Ἐνῶ σκεπτόταν αὐτὰ, βλέπει μπροστά του ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς· φώναξε: Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τὶς σατανικὲς παγῖδες. Ἀμέσως ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: Μὴ φοβηθεῖς Ὀνούφριε. Εγὼ εἶμαι Ἄγγελος Θεοῦ ποὺ μὲ πρόσταξε νὰ σὲ φυλάω ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκες ἕως ποὺ θὰ πεθάνεις. Προχώρα καὶ μὴν φοβηθεῖς τὶς πονηριὲς τοῦ διαβόλου ἤ τοὺς πειρασμούς. Εγὼ εἶμαι μαζί σου νὰ σὲ προσέχω ὥσπου νὰ παραδώσω τὴν ψυχή σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Πᾶμε μαζὶ μέχρι νὰ συναντήσουμε μιὰ σπηλιά. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀγγέλου τοῦ ἔδωσαν κουράγιο καὶ δύναμη. Περπάτησαν μαζὶ 70 μίλια. Ὅταν ἔφθασαν σὲ μία σπηλιά, ὁ Ἄγγελος ἐξαφανίστηκε. Κατάλαβε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ μείνει ἐκεῖ.
Πλησίασε στὴν πόρτα τῆς σπηλιάς, καὶ φώναξε γιὰ νὰ δεῖ ἂν ἦταν κάποιος μέσα. Σε λίγο ξεπρόβαλε ἕνας γέροντας. Ὁ Ὀνούφριος τοῦ ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια καὶ τὸν ἀσπάστηκε. Ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: Καλωσόρισες ἀδελφὲ καὶ συνεργάτη μου Ὀνούφριε. Ὁ Κύριος νὰ σὲ σκέπει καὶ νὰ σὲ φυλάει. Πέρνα μέσα.
Κοντὰ στὸν γέροντα αὐτόν, ἔμεινε λίγες μέρες. Μιὰ μέρα ὁ γέροντας τοῦ λέει: Σήκω παιδί μου, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσω σὲ ἕναν τόπο ἡσυχαστικό, στὴν ἐσωτερικὴ ἔρημο στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Κύριος νὰ κατοικήσεις μόνος καὶ ἐκεῖ νὰ πολεμήσεις ἐνάντια στοὺς δαίμονες γιὰ νὰ πάρεις τὰ τρόπαια τῆς νίκης.
Τέσσερα ἡμερόνυχτα βάδισαν μέσα στὴν ἔρημο μέχρις ὅτου ἔφθασαν σὲ μία ὄαση ὅπου ὑπῆρχε μία μικρὴ καλύβα, ἕνας φοίνικας καὶ τρεχούμενο νερό. Αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος ὅπου θὰ κατοικήσεις καὶ θὰ ἀγωνισθεῖς γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου· τοῦ εἶπε. Οἱ δύο πατέρες, Ὀνούφριος καὶ Ἰσάχαρ, ἔμειναν μαζὶ στὸ χῶρο αὐτὸ 30 μέρες. Ὁ ἀσκητὴς στὴ συνέχεια ἔφυγε γιὰ τὴν σπηλιά του, ἀλλὰ ἐπισκεπτόταν κάποτε κάποτε τὸν Ὀνούφριο. Μάλιστα τὴν τελευταία φορά, τοῦ εἶπε ὅτι ἦλθε γιατὶ θὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν ἐνταφιάσει ἀφοῦ ψάλλει τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία.

 

Θ) Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο.

Δὲν ἦταν εὔκολη ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο. Εἶχε νὰ παλέψει μὲ τὸν ἀβάστακτο καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸ κρύο τῆς νύχτας, μὲ τὰ ἄγρια θηρία ποὺ καθημερινὰ ἔρχονταν γιὰ νὰ πιοῦν νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ. Ἀκόμα εἶχε νὰ παλέψει μὲ τὰ πάθη ποὺ ἀκόμα δὲν κατόρθωσε νὰ τιθασσεύσει τελείως παρὰ τὶς τόσες προσπάθειες καὶ προσευχές του. Οἱ δαίμονες δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία. Τοῦ ἔφερναν στὴν σκέψη τὴν ζωὴ στὸ μοναστήρι καὶ τοὺς πατέρες. Τακτικά, τοῦ ἔβαζαν σκέψεις ὅτι τὸν ἀναζητοῦσαν οἱ δικοί του. Ὅτι στὸ μοναστήρι πῆγε ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τὸν συναντήσει καὶ ὅτι τώρα τὸν ψάχνει περιπλανώμενος μέσα στὴν ἔρημο. Τοῦ ἔφερνε ἀκηδία, ὑπνηλία, ἔκανε κρότους γιὰ νὰ τὸν φοβίσει ἢ νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν προσευχή του καὶ πολλὰ ἄλλα.
Ὁ Ὅσιος τὶς μηχανοραφίες τοῦ διαβόλου τὶς διέλυε μὲ τὶς προσευχές του καὶ κυρίως μὲ τὴν νοερὰ προσευχή. Ἤξερε ὄχι μόνον ἀπὸ ὅσα τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ποὺ συνάντησε στὸ μοναστήρι καὶ στὴν ἔρημο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική του πεῖρα. Προσπαθοῦσε νὰ ἐφαρμόσει τὴν προτροπὴ τοῦ Παῦλου ποὺ λέει ὅτι πρέπει νὰ ἀναφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ περισσότερες φορὲς ἀπὸ ὅσες ἀναπνέουμε.
Τὰ φτωχικά του ῥοῦχα δὲν ἄργησαν νὰ λιώσουν καὶ ἔτσι ἔμεινε γυμνός. Γιὰ νὰ σκεπαστεῖ ἔφτιαχνε ροῦχα μὲ τὰ φύλλα τοῦ φοίνικος. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἄφησε γυμνό. Εὐδόκησε καὶ φύτρωσαν τρίχες σὲ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔτσι πέτυχε νὰ μὴν αἰσθάνεται τὰ βράδυα τὸ κρύο τῆς ἐρήμου. Ἀκόμα Ἄγγελος Κυρίου τοῦ ἔφερνε ψωμί, γιὰ νὰ μπορεῖ ἀπερίσπαστος νὰ δοθεῖ στὴν προσευχή. Κάθε δὲ Κυριακὴ τὸν ἐπισκεπτόταν Ἄγγελος καὶ τὸν κοινωνοῦσε. Τὴν μέρα ποὺ μεταλάμβανε πλημμύριζε ἀπὸ πνευματικὴ παρηγοριά, δὲν αἰσθάνονταν πεῖνα, δίψα, πόνο ἤ ἄλλη θλίψη.

 

Ι) Συναντᾶ τὸν Ὅσιο Παφνούτιο.

Ὁ Ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐγκατέλειπε τὴν καλύβα του καὶ πήγαινε σὲ πιὸ ἐρημικὰ μέρη γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ βάδιζε γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν καλύβα του, βλέπει ἀπὸ μακρυὰ ἕναν ἄνθρωπο. Τὸν Ὅσιο κατάλαβε καὶ ὁ ἀπρόσμενος ἐπισκέπτης ὁ ὁποῖος ὅταν τὸν εἶδε νὰ βαδίζει σιγὰ-σιγὰ καὶ τὸ σῶμά του νὰ εἶναι σκεπασμένο μὲ τρίχες, νόμισε ὅτι θὰ εἶναι κάτι τὸ πειρασμικό, γιὰ αὐτὸ κρύφθηκε πίσω ἀπὸ ἕνα μεγάλο βράχο ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά γιὰ νὰ δεῖ τὶ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδε.
Ὁ δασύτριχος ἄνθρωπος πλησίασε στὸ βράχο καὶ κάθησε νὰ ξεκουραστεῖ. Σὲ κάποια στιγμή, φωνάζει:
-Κατέβα δοῦλε τοῦ Κυρίου, Παφνούτιε, καὶ μὴν φοβᾶσαι. Καὶ ἐγὼ ἁμαρτωλὸς εἶμαι καὶ ἀσκοῦμαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου σὲ αὐτὴν τὴν ἔρημο.
Ὁ Παφνούτιος χαρούμενος πῆγε κοντά του, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔκανε μετάνοια ζητῶντας συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία του. Μετὰ κάθησε κοντά του καὶ τὸν ρώτησε:
-Σὲ παρακαλῶ Ἅγιε Πάτερ, ὅπως ὁ Κύριος σοῦ ἀπεκάλυψε τὰ σχετικὰ μὲ ἐμένα, ἔτσι καὶ ἐσὺ φανέρωσέ μου ἀπὸ ποῦ εἶσαι, πῶς ὀνομάζεσαι καὶ πότε ἦλθες στὴν ἔρημο;
Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος διηγήθηκε τότε στὸν Ὅσιο Παφνούτιο τὴν ζωή του καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνές του. Σὲ κάποια στιγμή, σταμάτησε νὰ μιλάει καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τοῦ λέει:
-Ἄς σταματήσουμε τὰ λόγια παιδί μου, καὶ ἂς πάμε στὴν κατοικία μου.

 

Ια) Προετοιμάζεται γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.

Μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση περπάτησαν τρία μίλια μέχρις ὅπου ἔφθασαν στὴν καλύβα τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου. Μπῆκαν μέσα καὶ ἀμέσως προσευχήθηκαν στὸν Κύριο τὸν ὁποῖο εὐχαρίστησαν ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν γιὰ τὸν Θεό. Τὸ ὅτι ἡ ὥρα πέρασε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν φαινόταν ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Ξαφνικὰ στὴ μέση τοῦ κελλιοῦ βλέπουν ἕνα ψωμὶ μεγάλο καὶ ὡραιότατο. Τότε ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος λέει:
-Σήκω παιδί μου, φάε καὶ πιὲς ὅ,τι μᾶς ἔστειλε ὁ Κύριος γιατὶ εἶσαι πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία καὶ ἂν δὲν φᾶς κινδυνεύεις νὰ ἀῤῥωστήσεις.
Ὁ φιλοξενούμενος ἀπάντησε:
-Ζεῖ Κύριος ὁ Σωτήρας μας μπροστὰ στὸν Ὁποῖο βρισκόμαστε. Δὲν θὰ φάω ὅμως, ἂν δὲν φᾶμε μαζὶ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη.
Τελικά, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος πείσθηκε νὰ φάει καὶ αὐτός. Ἀφοῦ σηκώθηκαν καὶ ἔκαναν τὴν προσευχή τους ξανακάθησαν νὰ φᾶνε μὲ ὅ,τι τοὺς ἔστειλε ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τὸ ψωμὶ σὲ κομμάτια καὶ ἀφοῦ ἔφαγαν δόξασαν τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ὁ καθένας ἀσχολήθηκε μὲ ἀτομικὴ προσευχή.
Ὅταν τὸ φῶς τῆς μέρας ἐπέτρεπε νὰ δεῖς καλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ὁ Ὅσιος Παφνούτιος βλέπει ὅτι ἡ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου ἦταν χλωμή, καὶ ἀλλοιωμένη. Φοβισμένος τὸν ρώτησε γιατὶ συμβαίνει αὐτό. Αὐτὸς ἀπάντησε:
-Μὴ φοβηθεῖς ἀδελφέ, γιατὶ ὁ ἀγαθότατος καὶ σπλαγχνικὸς Κύριος σὲ ἔστειλε γιὰ νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου. Νὰ ποὺ σήμερα τελειώνει ἡ παροικία μου καὶ φεύγει ἡ ψυχή μου γιὰ τὴν ἀνείπωτη εὐφροσύνη τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅταν πᾶς στὴν Αἴγυπτο νὰ κηρύξεις στοὺς μοναχοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, ὅτι ζήτησα αὐτὴ τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεό: ὅποιος κάνει τὸ μνημόσυνό μου, καὶ μὲ γιορτάσει ἢ γράψει ἢ διηγηθεῖ τὴν ζωή μου, νὰ μὴν τοῦ ἔλθει πειρασμὸς ἀπὸ τὸν διάβολο.
-Ἅγιε Πάτερ, δῶσέ μου τὴν εὐλογία νὰ μείνω ἐδῶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου.
-Δὲν σὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ μείνεις ἐδῶ, ἀλλὰ μόνο νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου καὶ νὰ εὐφρανθεῖς μὲ τοὺς Ὁσίους δούλους Του ποὺ μένουν σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο, καὶ νὰ κηρύξεις στοὺς φιλόχριστους τὸν τρόπο ζωῆς τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσο μποροῦν.
Ἔπεσε στὰ πόδια του ὁ Παφνούτιος καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἅγιε Πάτερ, γνωρίζω ὅτι ὅσα ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ σοῦ τὰ δώσει, ἐξαιτίας τῶν ἀγώνων σου. Σὲ παρακαλὼ πολύ, νὰ μὲ εὐλογήσεις νὰ γίνω ὅμοιός σου στὴν ἀρετή, νὰ πάρω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια δόξα καὶ ὅμοιο στεφάνι στὴν αἰώνια ζωή.
-Ὁ Κύριος νὰ μὴν σὲ λυπήσει γιὰ αὐτὸ ποὺ ζήτησες, ἀλλὰ νὰ σὲ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ στηρίξει στὴν ἀγάπη Του, νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, πειρασμὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία σου. Οἱ Ἄγγελοι Του νὰ σὲ σκεπάσουν καὶ νὰ σὲ φυλάξουν ἀπὸ τὶς ἐπιβολὲς τοῦ ἐχθροῦ, γιὰ νὰ μὴν σὲ βρεῖ ὁ ψυχοφθόρος κανένα φταίξιμο τὴν ὥρα τῆς κρίσης. Ἡ εὐλογία τῆς Παναγίας Τριάδος ἄς εἶναι μαζί σου, τώρα καὶ στὴν ἀτελειώτη αἰωνιότητα.
Στὴν συνέχεια, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσευχήθηκε λέγοντας:
-Ὕψιστε Κύριε, ποὺ ἡ δύναμή Σου εἶναι ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ δόξαΣου ἀκατανόητη καὶ ἀνέκφραστη, τὸ δὲ ἔλεός Σου ἄπειρο καὶ ἀμέτρητο, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω ἐσένα ποὺ πόθησα ἀπὸ τὴν νεότητά μου καὶ Σένα ἀκολούθησα. Ἐπάκουσέ με Σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ ποὺ φρόντισες γιὰ μένα τὸν φτωχὸ καὶ ἀπομάκρυνες ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τὴν ψυχή μου καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μου ἀλλὰ ἔδωσες ζωὴ στὴν καρδιά μου. Σὲ ἱκετεύω Κύριε, σκέπασόν με μὲ τὴν εὐλογία Σου, γιὰ νὰ μὴ ταραχτεῖ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονες ὅταν χωρισθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ παράλαβέ την μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους σου καὶ κατάταξέ την ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, γιατὶ εἶσαι εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνες. Μὴν ξεχνᾶς πολυέλεε τοὺς πιστούς. Ὅσους βρεθοῦν σὲ κίνδυνο καὶ προσευχηθοῦν λέγοντας: Παντοδύναμε Κύριε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ δούλου Σου Ὀνουφρίου ἐλέησέ με· ἄκουσέ τους Σὲ παρακαλῶ καὶ χάρισέ τους τὴν Βασιλεία Σου, ὅπως μοῦ ἔταξες.

 

Ιβ) Ἄγγελοι παραλαμβάνουν τὴν ψυχή του.

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἐκστατικὸς παρακολουθοῦσε ὅλα αὐτά. Στὴν συνέχεια ἀκούει τὸν Ὅσιο νὰ λέει: Κύριε στὰ χέρια σου ἀφήνω τὸ πνεῦμά μου· καὶ τὸν βλέπει νὰ ξαπλώνει στὸ ἔδαφος καὶ νὰ προσεύχεται μυστικά. Τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἔλαμπε σὰν φῶς καὶ μιὰ ἄῤῥητη εὐωδία γέμισε τὴν ἀτμόσφαιρα. Σὲ λίγο στὸ καταγάλανο οὐρανό, ξέσπασαν βροντές, καὶ ἀστραπές, καὶ ὁ χῶρος γέμισε ἀπὸ Ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι ψάλλοντας γλυκυτάτους ὕμνους καὶ ἔχοντας στὰ χέρια τους ἀναμμένες λαμπάδες καὶ θυμιατά, πῆραν τὴν ψυχὴ τοῦ Ὁσίου ποὺ ἔμοιαζε μὲ κάτασπρο περιστέρι καὶ ἀνέβηκαν στὸν οὐρανό. Ὅταν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος δὲν ἔβλεπε πιὰ τίποτε, σηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ἀσπάζεται τὸ Ἅγιο λείψανό ποὺ ἄστραφτε σὰν μαργαριτάρι. Στὴν συνέχεια ἔκανε ὅσα ἔπρεπε γιὰ ἕναν κεκοιμημένο καὶ προσπάθησε νὰ βρεῖ κάποιο ἀντικείμενο γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸν τάφο ὅπου θὰ ἐνταφίαζε τὸ ἱερὸ λείψανο. Ἕνα μουγκρητὸ λιονταριοῦ τὸν ἔκανε νὰ φοβηθεῖ. Γυρίζει πρὸς τὴν εἴσοδο τῆς καλύβας καὶ βλέπει δύο λιοντάρια στὰ ὁποῖα εἶπε: Ξέρω ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε νὰ θάψουμε τὸ ἅγιο λείψανο. Πῆρε στὸ χέρι τὸ ῥαβδί του καὶ μὲ αὐτὸ χάραξε πάνω στὴν γῆ τὸ μῆκος τοῦ τάφου. Ἀμέσως τὰ λιοντάρια μὲ τὰ νύχια τους ἔσκαψαν καὶ ἄνοιξαν λάκκο μέσα στὸν ὁποῖο ἔβαλε τὸ ἅγιο λείψανο. Τὰ λιοντάρια μετὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἀφοῦ ἔκαναν μετάνοια στὸν Ὅσιο Παφνούτιο, ἔφυγαν.
Μετὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὁ Ὅσιος κάθησε καὶ συλλογίζονταν τὴν δόξα ποὺ ἀπελάμβανε στὸν οὐρανὸ ὁ Ὀνούφριος χάρη στὶς ἀγωνιστικὲς προσπάθειές του. Ἀποφάσισε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀσκητέψει στὴν καλύβα αὐτή. Ὅμως δὲν ἦταν αὐτὸ θέλημα Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ κατάλαβε γιατὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὁ ὁποῖος γκρέμισε τὴν καλύβα, ἐξαφάνισε τὸν φοίνικα καὶ τὸ νερό. Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: Παφνούτιε, πήγαινε στὴν Αἴγυπτο καὶ κήρυξε τὴν ζωὴ τοῦ μακαρίου Ὀνουφρίου καὶ ὅλα ὅσα εἶδες. Πορεύου λοιπὸν εἰς εἰρήνη ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ γύρισε στὴν Αἴγυπτο ὅπου μὲ δάκρυα στὰ μάτια διηγοῦνταν στοὺς χριστιανοὺς τὴν ζωὴ τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου καθῶς καὶ ὅλα ὅσα εἶδε στὴν ἔρημο.

ΠΗΓΗ : ΕΔΩ

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΜΑΤΘΑΙΟΥ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ



ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ  - ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ 63 ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ :  ΕΔΩ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΠΑΥΛΟΥ (β΄ 10-16)
Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων. Ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη διὰ τὸν καθένα ποὺ κάνει τὸ καλόν, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα, διότι ὁ Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ. Ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς τὸν νόμον, χωρὶς τὸν νόμον καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν, καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῷ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον θὰ κριθοῦν μὲ τὸν νόμον. Διότι δὲν θὰ δικαιωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν νόμον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸν νόμον θὰ κηρυχθοῦν δίκαιοι. Ὅταν οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὸν νόμον, ἐφαρμόζουν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκ φύσεως, τότε, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νόμον, ἔχουν τὸν ἑαυτόν τους διὰ νόμον, διότι ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ἔργον ποὺ ζητεῖ ὁ νόμος εἶναι γραμμένον στὶς καρδιές τους, συγχρόνως δὲ μαρτυρεῖ καὶ ἡ συνείδησίς των, καὶ αἱ σκέψεις των μεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, ὅπως θὰ φανῇ τὴν ἡμέραν, ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ (δ' 18-23)
Τῷ καιρῷ εκείνῳ, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό εκείνο, ὅταν περπατοῦσε κοντὰ εἰς τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, νὰ ρίχνουν δίχτυ εἰς τὴν λίμνην, διότι ἦσαν ψαράδες. Καὶ τοὺς λέγει, «Ἐλᾶτε, ἀκολουθῆστε με, καὶ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων». Αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ ὅταν ἐπροχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ, εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, μέσα σὲ πλοιάριον μαζὶ μὲ τὸν Ζεβεδαῖον, τὸν πατέρα τους, νὰ ἐπισκευάζουν τὰ δίχτυα τους καὶ τοὺς ἐκάλεσε. Αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὸ πλοιάριον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Ἰησοῦς ἐγύριζε ὁλόκληρη τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐδίδασκε εἰς τὰς συναγωγάς των καὶ ἐκήρυττε τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ ἐθεράπευε κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν εἰς τὸν λαόν.

 ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




Πῶς μᾶς βλέπει ὁ Θεός; (16-06-85)






ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ


       Εορτάζουν 56 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.  
 Εορτάζουμε, όσους αγίασε το Άγιο Πνεύμα, τους Προπάτορες και Πατριάρχες, τους Προφήτες και ιερούς Αποστόλους, τους Μάρτυρες και τους Ιεράρχες, τους Ιερομάρτυρες και Οσιομάρτυρες, τους Όσιους και Δίκαιους και όλες γενικά τις άγιες Γυναίκες και τους υπόλοιπους ανώνυμους Αγίους.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ (ια' 33-40, ιβ΄1-2)
Ἀδελφοί, οἱ πατέρες ἡμῶν, διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς.
Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
Τοιγάρουν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι' ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, οἱ πατέρες μας, μὲ τὴν πίστιν ἀνέτρεψαν βασίλεια, ἔκαναν ἔργα δικαιοσύνης, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησιν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβησαν τὴν δύναμιν φωτιᾶς, διέφυγαν τὴν σφαγήν, ἔγιναν ἀπὸ ἀδύνατοι δυνατοί, ἔγιναν ἰσχυροὶ σὲ καιρὸν πολέμου, ἔτρεψαν εἰς φυγὴν παρατάξεις τῶν ἐχθρῶν. Γυναῖκες ἔλαβαν τοὺς νεκρούς των δι’ ἀναστάσεως, ἄλλοι δὲ ἐβασανίσθησαν καὶ δὲν ἐδέχθησαν νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι, διὰ νὰ ἐπιτύχουν μίαν ἄλλην καλυτέραν ἀνάστασιν. Ἄλλοι ἐδοκιμάσθησαν μὲ ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστίγωσιν, ἀκόμη δὲ καὶ μὲ δεσμὰ καὶ φυλακήν. Ἐλιθοβολήθησαν, ἐπριονίσθησαν, ὑπέστησαν πολλὰς δοκιμασίας, ἐθανατώθησαν μὲ μάχαιραν, περιπλανῶντο φοροῦντες δέρματα προβάτων καὶ δέρματα αἰγῶν, ἐστεροῦντο, ὑπέφεραν θλίψεις καὶ κακουχίας, (ἄνθρωποι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο ἄξιος ὁ κόσμος), ἐπλανῶντο σὲ ἐρήμους καὶ σὲ βουνὰ, σὲ σπήλαια καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς.
Ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ εἶχαν καλὴν μαρτυρίαν διὰ τὴν πίστιν τους, δὲν ἔλαβαν ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, διότι εἶχε ὁ Θεὸς προβλέψει κάτι καλύτερον ἀναφορικῶς μ’ ἐμᾶς διὰ νὰ μὴ φθάσουν ἐκεῖνοι εἰς τὴν τελειότητα χωρὶς ἐμᾶς.
Ἑπομένως, ἀφοῦ ἔχομεν γύρω μας ἕνα τόσον μεγάλο σύννεφο ἀπὸ μάρτυρας, ἂς ἀποτινάξωμεν κάθε βάρος καὶ τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία εὔκολα μᾶς ἐμπλέκει, καὶ ἂς τρέχωμεν μὲ ὑπομονὴν τὸ ἀγώνισμα τοῦ δρόμου ποὺ εἶναι ἐμπρός μας, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μας προσηλωμένους πρὸς τὸν ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν τῆς πίστεώς μας, τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος, χάριν τῆς χαρᾶς ποὺ τὸν ἀνέμενε, ὑπέμεινε σταυρόν, περιφρονήσας τὴν αἰσχύνην, καὶ κάθησε εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ (ι΄ 32–33, 37–38, ιθ΄ 27–30)
Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Εἶπε ὁ Κύριος: «Καθέναν ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾶ υἱόν ἢ θυγατέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὸν σταυρόν του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος.»
Τότε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Πέτρος καὶ τοῦ εἶπε: «Νὰ, ἐμεῖς ποὺ ἀφήκαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε· τὶ λοιπὸν θὰ ἀπολαύσωμεν;».
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποίοι μὲ ἀκολουθήσατε, ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ καθήσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του εἰς τὴν Νέαν Δημιουργίαν, θὰ καθήσετε καὶ σεῖς σὲ δώδεκα θρόνους, διὰ νὰ κρίνετε τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ καθένας ποὺ ἀφῆκε σπίτια ἢ ἀδελφούς ἢ ἀδελφές ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιά ἢ χωράφια διὰ τὸ ὄνομά μου, θὰ πάρῃ ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ θὰ κληρονομήσῃ ζωὴν αἰώνιον. Πολλοὶ δέ, οἱ ὁποίοι εἶναι πρῶτοι, θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τελευταῖοι, θᾶ γίνουν πρῶτοι».

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




Οἱ Ἅγιοι Πάντες. (14-06-87)




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ

 ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ : ΕΔΩ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (β' 1-11)
Ἐν ταις ημέραις εκείναις, ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό.
Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.
Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. Ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; Καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τις ημέρες ἐκείνες, όταν ἔφθασε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἦσαν ὅλοι μαζὶ εἰς τὸ ἴδιο μέρος. Καὶ ἔξαφνα ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν βοή, σὰν νὰ φυσᾷ δυνατὸς ἄνεμος, ὁ ὁποῖος ἐγέμισε ὅλο τὸ σπίτι ὅπου ἐκάθοντο. Καὶ παρουσιάσθησαν γλῶσσες σὰν φλόγες φωτιᾶς νὰ διαμοιράζωνται εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ κάθεται εἰς τὸν καθένα μία, καὶ ἐπληρώθησαν ὅλοι ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν ἄλλας γλώσσας καθὼς τὸ Πνεῦμα τοὺς ἔδινε δύναμιν λόγου.
Κατοικοῦσαν δὲ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ κάθε ἔθνος ὑπὸ τὸν οὐρανόν. Ὅταν ἔγινε ἡ βοὴ αὐτή, ἐμαζεύθηκε πλῆθος καὶ ἦσαν ὅλοι κατάπληκτοι, διότι ὁ καθένας τοὺς ἄκουε νὰ μιλοῦν τὴν δικήν του γλῶσσαν. Καὶ ἐξεπλήσσοντο ὅλοι καὶ ἐθαύμαζαν καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους, «Δὲν εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν Γαλιλαῖοι; Πῶς συμβαίνει λοιπὸν νὰ τοὺς ἀκοῦμε ὁ καθένας μας εἰς τὴν δικήν μας μητρικὴν γλῶσσαν; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται καὶ οἱ κατοικοῦντες τῆν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν, τὸν Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Παμφυλίαν, τὴν Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης, ἡ ὁποία ἐκτείνεται πρὸς τὴν Κυρήνην, καὶ οἱ ἐδῶ ἐγκατεστημένοι Ρωμαῖοι καὶ Ἰουδαῖοι καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, τοὺς ἀκοῦμε νὰ μιλοῦν στὶς δικές μας γλῶσσες διὰ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ».

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (ζ' 37-52, η' 12)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.
Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυὶδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυὶδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; Σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι' αὐτόν. Τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας.
Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; Ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. Ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; Μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; Ἀλλ' ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! Λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.
Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό ἐκείνο, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τὴν μεγάλην τῆς ἑορτῆς, ἐστάθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐφώναξε δυνατά, «Ἐὰν κανεὶς διψᾷ, ἂς ἔλθῃ σ’ ἐμὲ καὶ ἂς πιῇ. Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σ’ ἐμέ, καθὼς εἶπε ἡ γραφή, «Θὰ τρέξουν ἀπὸ τὴν κοιλιά του ποταμοὶ νεροῦ ζωντανοῦ». Αὐτὸ τὸ εἶπε διὰ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπαιρναν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἐπίστευαν σ’ αὐτόν· διότι δὲν εἶχε δοθῆ ἀκόμη Πνεῦμα Ἅγιον, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη δοξασθῆ.
Πολλοὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος, ὅταν ἀκουσαν αὐτά, ἔλεγαν, «Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Προφήτης», ἄλλοι ἔλεγαν, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», ἄλλοι ἔλεγαν, «Μήπως ὁ Χριστὸς ἔρχεται ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν; Δὲν εἶπε ἡ γραφὴ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται ἀπὸ τὸ σπέρμα τοῦ Δαυΐδ καὶ ἀπὸ τὴν κωμόπολιν Βηθλεὲμ ὅπου ἦτο ὁ Δαυΐδ;». Ἔγινε λοιπὸν διχασμὸς γι’ αὐτὸν μεταξὺ τοῦ πλήθους. Μερικοὶ ἤθελαν νὰ τὸν πιάσουν ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἔβαλε χέρι ἐπάνω του.
Τότε ἐπέστρεψαν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι τοὺς εἶπαν, «Γιατὶ δὲν τὸν ἐφέρατε;». Ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται, «Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἐμίλησε ποτὲ ὅπως μιλεῖ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος». Οἱ Φαρισαῖοι τοὺς ἀπεκρίθησαν, «Μήπως καὶ σεῖς ἔχετε πλανηθῆ; Ἐπίστεψε σ’ αὐτὸν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας ἢ τοὺς Φαρισαίους; Ὅσο γι’ αὐτὸν τὸν ὄχλον, ποὺ δὲν ξέρει τὸν νόμον εἶναι καταραμένος». Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Νικόδημος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει εἰς αὐτὸν τὴν νύχτα καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο ἕνας ἀπὸ αὐτούς, «Καταδικάζει ἄνθρωπον, ὁ νόμος μας ἐὰν δὲν τὸν ἀκούσῃ προηγουμένως καὶ μάθῃ τί ἔκανε;». Ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτόν, «Μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν; Ἐρεύνησε καὶ θὰ ἰδῇς, ὅτι δὲν ἔχει ἔλθει προφήτης ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν».
Πάλιν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἐμίλησε καὶ εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περπατήσῃ εἰς τὸ σκοτάδι ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὸ φῶς τῆς ζωῆς».

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




Ἔχομε τό Ἅγιον Πνεῦμα; (22-06-86)


 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΩΝ ΔΕΚΑ ΟΚΤΩ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ

        
         Η έκτη κατά σειρά Κυριακή μετά το Άγιο Πάσχα είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η σύνοδος συνήλθε κατά πρόσκληση του Μέγα Κωνσταντίνου κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του και είχε διάρκεια 3,5 χρόνια. Διακριθείσες μορφές της συνόδου ήταν ο Αλέξανδρος ο Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος ο Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Ιεροσολύμων, ο Παφνούτιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, κ.α.
       Η Α' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και τον Αρειανισμό, που είχε ως κύρια θέση ότι ο Χριστός είναι μόνο κτίσμα. Διατύπωσε τους πρώτους όρους ορθού Χριστιανικού δόγματος και ιδιαίτερα τα περί του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό, ως ομοούσιον τω Θεώ Πατρί. Συνέταξε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.
    Περισσότερα στοιχεία για τον Άρειο και τον Αρειανισμό : ΕΔΩ και ΕΔΩ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (κ' 16-18, 28-36)
Ἐν ταις ημέραις εκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην.
Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.
Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. Πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τις ημέρες ἐκείνες, ὁ Παῦλος εἶχε ἀποφασίσει νὰ προσπεράσωμεν τὴν Ἔφεσον διὰ νὰ μὴ χρονοτριβήσῃ εἰς τὴν Ἀσίαν. Ἦτο βιαστικὸς διὰ νὰ βρίσκεται εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐὰν τοῦ ἦτο δυνατόν, τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀπὸ τὴν Μίλητον ἔστειλε εἰς τὴν Ἔφεσον καὶ ἐκάλεσε τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν δὲ ἦλθαν πρὸς αὐτόν, τοὺς εἶπε, «Ξέρετε πῶς ἔζησα μαζί σας ὅλον τὸν χρόνον ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ποὺ ἐπάτησα εἰς τὴν Ἀσίαν.
Προσέχετε λοιπὸν τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὁλόκληρον τὸ ποίμνιον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σὰς ἐτοποθέτησε ἐπισκόπους, διὰ νὰ ποιμαίνετε  τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε μὲ τὸ δικό του αἷμα. Διότι ξέρω τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου θὰ μποῦν μεταξύ σας λύκοι ἄγριοι καὶ δὲν θὰ φεισθοῦν τὸ ποίμνιον, καὶ ἀπὸ σᾶς τοὺς ἰδίους θὰ ἐγερθοῦν ἄνδρες οἱ ὁποῖοι θὰ διαστρέψουν τὴν ἀλήθειαν διὰ νὰ παρασύρουν τοὺς μαθητὰς ὥστε νὰ ἀκολουθήσουν αὐτούς.
Διὰ τοῦτο νὰ εἶσθε ἄγρυπνοι καὶ νὰ θυμᾶσθε ὅτι, ἐπὶ τριετίαν νύχτα καὶ ἡμέραν, δὲν ἔπαυσα νὰ νουθετῶ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς μὲ δάκρυα. Καὶ τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἀφιερώνω εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς χάριτός του, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ αὐξήσῃ τὴν οἰκοδομήν σας καὶ νὰ σᾶς δώσῃ κληρονομίαν μεταξὺ ὅλων τῶν ἁγιασμένων. Δὲν ἐπεθύμησα κανενὸς τὸ χρῆμα ἢ τὸ χρυσάφι ἢ τὸν ρουχισμόν. Ξέρετε σεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι τὰς ἀνάγκας τὰς δικάς μου καὶ τῶν συντρόφων μου ἐξυπηρέτησαν τὰ χέρια μου αὐτά. Σᾶς ἔδειξα, μὲ κάθε τρόπον,  ὅτι ἔτσι μὲ τὸν κόπον τῆς ἐργασίας σας πρέπει νὰ βοηθᾶτε τοὺς ἀδυνάτους καὶ νὰ θυμᾶσθε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ποὺ εἶπε αὐτὸς ὁ ἴδιος: «Εἶναι εὐτυχέστερον νὰ δίνῃ κανεὶς παρὰ νὰ παίρνῃ». Καὶ ὅταν εἶπε αὐτά, ἐγονάτισε μὲ ὅλους καὶ προσευχήθηκε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (ιζ' 1-13)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό ἐκείνο, αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε, «Πατέρα, ἦλθε ἡ ὥρα· δόξασε τὸν Υἱόν σου, διὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν ποὺ τοῦ ἔδωκες ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν αἰώνιον εἰς τὸν καθένα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τοῦ ἔδωκες. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή: τὸ νὰ γνωρίζουν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἔστειλες. Ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, ἐτελείωσα τὸ ἔργον ποὺ μοῦ ἔδωκες νὰ κάνω, καὶ τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, πλησίον σου μὲ τὴν δόξαν ποὺ εἶχα μαζί σου πρὶν νὰ ὑπάρξῃ ὁ κόσμος. Ἐφανέρωσα τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες ἀπὸ τὸν κόσμον. Δικοί σου ἦσαν καὶ τοὺς ἔδωκες σ’ ἐμένα, καὶ τὸν λόγον σου ἔχουν τηρήσει. Τώρα κατάλαβαν ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωκες, εἶναι ἀπὸ σένα, διότι τὰ λόγια ποὺ μοῦ ἔδωκες, τοὺς τὰ ἔδωκα καὶ αὐτοὶ τὰ ἐδέχθησαν καὶ ἐγνώρισαν ἀληθινὰ ὅτι ἐβγῆκα ἀπὸ σένα καὶ ἐπίστεψαν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες.
Ἐγὼ γι’ αὐτοὺς παρακαλῶ, δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες, ἐπειδὴ εἶναι δικοί σου, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου καὶ τὰ δικά σου εἶναι δικά μου, καὶ ἔχω δοξασθῆ δι’ αὐτῶν. Δὲν θὰ εἶμαι πλέον εἰς τὸν κόσμον, ἐνῷ αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐγὼ ἔρχομαι σ’ ἐσένα. Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου ποὺ μοῦ ἔδωκες, διὰ νὰ εἶναι ἕνα ὅπως εἴμεθα ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους εἰς τὸν κόσμον, ἐγὼ τοὺς ἐφύλαττα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου· ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες τοὺς ἐφύλαξα καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἐχάθηκε παρὰ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ γραφή. Ἀλλὰ τώρα ἔρχομαι σ’ ἐσένα, καὶ αὐτὰ τὰ λέγω ἐνῷ εἶμαι ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἔχουν τὴν χαράν μου μέσα τους τελείαν.

 ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




Ἡ γνῶσις τοῦ Ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ καί ἡ Αἰώνιος ζωή. (07-06-81)




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ

Σάββατο 12 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ : ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΔΩ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (ιστ' 16-34)
Ἐν ταις ημέραις εκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας.
Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες. Καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον.
Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;
Οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τις ημέρες ἐκείνες, καθὼς ἐπηγαίναμεν εἰς τὸν τόπον τῆς προσευχῆς μᾶς συνήντησε κάποια ὑπηρέτρια ποὺ εἶχε πνεῦμα μαντικόν, καὶ μὲ τὴν μαντείαν ἔφερνε πολλὰ κέρδη εἰς τοὺς κυρίους της. Αὐτὴ ἀκολουθοῦσε τὸν Παῦλον καὶ ἐμᾶς καὶ ἐφώναζε, «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δούλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ σᾶς ἀναγγέλουν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας». Αὐτὸ τὸ ἔκανε πολλὲς ἡμέρες. Ὁ Παῦλος ἦτο πολὺ ἀγανακτισμένος καὶ στραφεὶς εἶπε εἰς τὸ πνεῦμα, «Σὲ διατάσσω εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ βγῇς ἀπὸ αὐτήν». Καὶ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐβγῆκε.
Ὅταν ὅμως οἱ κύριοί της εἶδαν ὅτι ἐχάθηκε ἡ ἐλπίδα τῶν κερδῶν τους, ἔπιασαν τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ τοὺς ἔσυραν εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς τὰς ἀρχάς, καὶ ὅταν τοὺς ἔφεραν εἰς τοὺς στρατηγοὺς εἶπαν, «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἰουδαῖοι, δημιουργοῦν ταραχὴν εἰς τὴν πόλιν μας· κηρύσσουν διδασκαλίας, τὰς ὁποίας ἔμεῖς ποὺ εἴμεθα Ρωμαῖοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰς παραδεχθοῦμε ἢ νὰ τὰς ἐφαρμόσωμεν». Ξεσηκώθηκε καὶ ὁ ὄχλος ἐναντίον τους, οἱ δὲ στρατηγοὶ τοὺς ἐξέσχισαν τὰ ἐνδύματα καὶ διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν. Ἀφοῦ τοὺς ἔδωκαν πολλὰ ραβδίσματα, τοὺς ἔριξαν εἰς τὴν φυλακὴν καὶ παρήγγειλαν εἰς τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φυλάττῃ καλά. Αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε τέτοιαν παραγγελίαν, τοὺς ἔβαλε εἰς τὴν πιὸ βαθειὰ φυλακὴν καὶ ἔδεσε τὰ πόδια τους εἰς τὸ ξύλον πρὸς ἀσφάλειαν.
Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας προσηύχοντο καὶ ἔψαλλαν ὕμνους εἰς τὸν Θεόν, καὶ οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἄκουαν. Ἔξαφνα ἔγινε σεισμὸς μεγάλος, ὥστε ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς, καὶ ἀμέσως ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καὶ ὅλων τὰ δεσμὰ ἐλύθηκαν. Ὅταν ἐξύπνησε ὁ δεσμοφύλαξ καὶ εἶδε ἀνοικτὲς τὶς πόρτες τῆς φυλακῆς, ἔσυρε τὸ μαχαίρι του καὶ ἐπρόκειτο ν’ αὐτοκτονήσῃ, ἐπειδὴ ἐνόμιζε ὅτι οἱ φυλακισμένοι εἶχαν φύγει. Ἀλλ’ ὁ Παῦλος τοῦ ἐφώναξε δυνατά, «Μὴ κάνῃς κανένα κακὸν εἰς τὸν ἑαυτόν σου, διότι ὅλοι εἴμεθα ἐδῶ». Ἀφοῦ ἐζήτησε φῶτα, ἐπήδησε μέσα καί, τρομαγμένος, ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα. Ὕστερα τοὺς ὡδήγησε ἔξω καὶ εἶπε, «Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;». Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν, «Πίστεψε εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ θὰ σωθῇς σὺ καὶ οἱ οἰκιακοί σου». Καὶ ἐκήρυξαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ὅλους ποὺ ἦσαν εἰς τὸ σπίτι του. Ἐκείνην τὴν νυχτερινὴν ὥραν τοὺς ἐπῆρε καὶ ἔπλυνε τὶς πληγές τους καὶ ἀμέσως κατόπιν ἐβαπτίσθηκε καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ δικοί του. Τοὺς ἔφερε εἰς τὸ σπίτι του, τοὺς ἔδωσε φαγητὸν καὶ ἐχαίρετο μὲ ὅλους τοὺς δικούς του διὰ τὴν πίστιν του εἰς τὸν Θεόν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ (θ' 1-38)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ο Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;
Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.
Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.
Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.
Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.
Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωυσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.
Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό ἐκείνο, καθὼς ἐβάδιζε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἄνθρωπον γεννημένον τυφλὸν καὶ τὸν ἐρώτησαν οἱ μαθηταί του, «Ραββί, ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του διὰ νὰ γεννηθῇ τυφλός;».
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ διὰ νὰ φανερωθοῦν ἐξ ἀφορμῆς του τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάνω τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μὲ ἔστειλε ἐν ὅσω εἶναι ἡμέρα· θὰ ἔλθῃ νύχτα, ὅταν κανεὶς δὲν θὰ μπορῇ νὰ ἐργασθῇ. Ὅσον καιρὸν εἶμαι εἰς τὸν κόσμον, εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου».
Ὅταν εἶπε αὐτά, ἔφτυσε χάμω καὶ ἔκανε πηλὸν μὲ τὸ φτύσιμο καὶ ἄλειψε τὸν πηλὸν ἐπάνω εἰς τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ καὶ τοῦ εἶπε, «Πήγαινε, πλύσου εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ», τὸ ὁποῖον μεταφράζεται Ἀπεσταλμένος. Ἔφυγε λοιπὸν καὶ πλύθηκε καὶ ἐπέστρεψε βλέπων.
Οἱ γείτονες καὶ ἐκεῖνοι ποὺ προηγουμένως τὸν ἔβλεπαν ὅτι ἦτο τυφλός, ἔλεγαν, «Δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ καθότανε καὶ ζητιάνευε;». Μερικοὶ ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς εἶναι καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει. Ἐκεῖνος ἔλεγε, «Ἐγὼ εἶμαι». Τοῦ εἶπαν τότε, «Πῶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σου;». Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος, Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ὀνομάζεται Ἰησοῦς ἔκανε πηλὸν καὶ μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια καὶ μου εἶπε, «Πήγαινε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ πλύσου». Ὅταν ἐπῆγα καὶ πλύθηκα, ἀπέκτησα τὸ φῶς μου». Τότε τὸν ἐρώτησαν, «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος;» καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη, «Δὲν ξέρω». Ὁδηγοῦν αὐτόν, τὸν ἄλλοτε τυφλόν, εἰς τοὺς Φαρισαίους. Ἦτο δὲ Σάββατον, ὅταν ἔκανε ὁ Ἰησοῦς τὸν πηλὸν καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια του.
Τότε οἱ Φαρισαῖοι πάλιν τὸν ἐρώτησαν πῶς ἀπέκτησε τὸ φῶς του, αὐτὸς δὲ εἶπε, «Μοῦ ἔβαλε πηλὸν εἰς τὰ μάτια καὶ πλύθηκα καὶ βλέπω». Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους εἶπαν, «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατον». Ἄλλοι ἔλεγαν, «Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνῃ τέτοια θαύματα;». Καὶ ἔγινε διχασμὸς μεταξύ τους. Λέγουν πάλιν εἰς τὸν τυφλόν, «Σὺ τί λὲς γι’ αὐτὸν ἀφοῦ σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;». Αὐτὸς εἶπε, «Εἶναι προφήτης».
Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ πιστέψουν ὅτι ἤτανε τυφλὸς καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ἕως ὅτου φώναξαν τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἐρώτησαν, «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, διὰ τὸν ὁποῖον λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπὸν τώρα βλέπει;». Ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτοὺς οἱ γονεῖς του, «Ξέρομεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας καὶ ὅτι γεννήθηκε τυφλός. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν γνωρίζομεν, οὔτε ξέρομεν ποιός ἄνοιξε τὰ μάτια του. Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, ἐρωτήσατέ τον· θὰ μιλήσῃ γιὰ τὸν ἑαυτόν του».
Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς, του διότι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν ἤδη συμφωνήσει νὰ γίνῃ ἀποσυναγωγὸς ὅποιος ὁμολογήσῃ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ οἱ γονεῖς του εἶπαν, «Ἡλικίαν ἔχει, ἐρωτήσατέ τον». Ἐφώναξαν τότε διὰ δευτέραν φορὰν τὸν ἄνθρωπον ποὺ ἤτανε τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν, «Δόξασε τὸν Θεόν. Ἔμεῖς ξέρομεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός».
Ἐκεῖνος ἀπεκρίθη, «Ἐὰν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ξέρω. Ἕνα πρᾶγμα ξέρω, ὅτι ἐνῷ ἤμουν τυφλὸς, τώρα βλέπω». Τότε πάλιν τὸν ἐρώτησαν, «Τί σοῦ ἔκαμε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;». Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Σᾶς εἶπα ἤδη καὶ δὲν ἐδώσατε προσοχήν· γιατὶ θέλετε πάλιν νὰ τὸ ἀκούσετε; Μήπως θέλετε καὶ σεῖς νὰ γίνετε μαθηταί του;».
Τότε τὸν ἔβρισαν καὶ τοῦ εἶπαν, «Σὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου, ἐμεῖς εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Μωϋσέως. Ἐμεῖς ξέρομεν ὅτι εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐμίλησεν ὁ Θεός, ἀλλὰ γι’ αὐτὸν δὲν ξέρομεν, ἀπὸ ποῦ εἶναι».
Ὁ ἄνθρωπος τοὺς ἀπεκρίθη, «Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐκπληκτικόν, ὅτι σεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι, καὶ ὅμως μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ξέρομεν δὲ ὅτι τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ Θεὸς δὲν τοὺς ἀκούει, ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς εἶναι θεοσεβὴς καὶ κάνῃ τὸ θέλημά του, ἐκεῖνον ἀκούει. Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούσθηκε ὅτι ἄνοιξε κάποιος τὰ μάτια τυφλοῦ ἐκ γενετῆς. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦτο ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνῃ τίποτε».
Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπεκρίθησαν, «Σὺ γεννήθηκες ὁλόκληρος μέσα στὴν ἁμαρτίαν καὶ μᾶς διδάσκεις;». Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω. Ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω καὶ ὅταν τὸν εὑρῆκε τοῦ εἶπε, «Πιστεύεις σὺ εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;». Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος, «Καὶ ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν;». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Τὸν ἔχεις ἰδῇ· εἶναι μάλιστα αὐτὸς ποὺ μιλεῖ μαζί σου». «Πιστεύω, Κύριε», εἶπε ἐκεῖνος καὶ τὸν προσκύνησε.

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ





Μία νυκτερινή περιπέτεια. (15-5-1988)





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ : ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (ια' 19-30)
Ἐν ταις ημέραις εκείναις, οἱ διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον.
Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν.
Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τις ημέρες ἐκείνες, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν διασπαρῆ ἕνεκα τοῦ διωγμοῦ, ποὺ ἔγινε ἐξ αἰτίας τοῦ Στεφάνου, ἔφθασαν μέχρι τῆς Φοινίκης καὶ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀντιοχείας, ἀλλὰ δὲν ἐκήρυτταν τὸν λόγον σὲ κανένα παρὰ μόνο σὲ Ἰουδαίους. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ὴσαν Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐμπῆκαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, ἐμιλοῦσαν εἰς τοὺς ἑλληνιστὰς κηρύττοντες τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα περὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καὶ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦτο μαζί τους καὶ μεγάλος ἀριθμὸς ἐπίστεψε καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸν Κύριον.
Ἔφθασε δὲ ἡ εἴδησις γι’ αὐτοὺς εἰς τὰ αὐτιὰ τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἔστειλαν τὸν Βαρνάβαν ἕως τὴν Ἀντιόχειαν. Ὅταν αὐτὸς ἔφθασε καὶ εἶδε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἐχάρηκε καὶ παρώτρυνε ὅλους νὰ παραμένουν πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον μὲ σταθερὴ καρδιά, διότι ἦτο πραγματικὰ ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον καὶ πίστιν. Ἀρκετὸς δὲ λαὸς προσετέθη εἰς τὸν Κύριον. Τότε ὁ Βαρνάβας ἀνεχώρησε εἰς τὴν Ταρσὸν διὰ νὰ ζητήσῃ τὸν Σαῦλον καὶ ὅταν τὸν εὑρῆκε τὸν ἔφερε εἰς τὴν Ἀντιόχειαν.
Ἕμενε δὲ ἕναν ὁλόκληρον χρόνο εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐδίδαξαν πλῆθος πολύ. Εἰς τὴν Ἀντιόχειαν οἱ μαθηταὶ ὠνομάσθησαν διὰ πρώτην φορὰν Χριστιανοί. Κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς κατέβηκαν προφῆται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὴν Ἀντιόχειαν. Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὀνομαζόμενος Ἄγαβος, ἐσηκώθηκε καὶ προεῖπε διὰ τοῦ Πνεύματος, ὅτι θὰ ἐγίνετο μεγάλη πεῖνα εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, ἡ ὁποία καὶ ἔγινε ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Ἀπεφάσισαν δὲ οἱ μαθηταὶ νὰ στείλῃ ὁ καθένας, ἀνάλογα πρὸς τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν, βοήθειαν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Αὐτὸ καὶ ἔκαναν καὶ τὴν ἀπέστειλαν εἰς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ τοῦ Βαρνάβα καὶ τοῦ Σαύλου.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ (δ' 5-42)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἕρχεται ὁ Κύριος εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.
Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.
Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.
Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Τόν καιρό ἐκείνο, ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς μίαν πόλιν τῆς Σαμαρείας ποὺ λέγεται Συχάρ, κοντὰ εἰς τὸ χωράφι ποὺ ἔδωκε ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Ἰωσήφ, τὸν υἱόν του. Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, ἐκάθησεν, ὅπως ἦτο κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἕξη. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν διὰ νὰ πάρῃ νερό. Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα.
Ἡ Σαμαρεῖτις γυναῖκα τοῦ λέγει, «Πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῇς ἀπὸ ἐμὲ ποὺ εἶμαι γυναῖκα Σαμαρεῖτις;».Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς Σαμαρείτας.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ἐὰν ἤξερες τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», σὺ θὰ τὸν παρακαλοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, κουβὰ δὲν ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ, ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ νερὸ τὸ ζωντανό; Μήπως εἶσαι σὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακὼβ ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸ πηγάδι καὶ ἤπιε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῶα του;».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὅποιος πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ θὰ διψάσῃ καὶ πάλιν· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, θὰ γίνῃ μιὰ ἐσωτερικὴ πηγὴ νεροῦ ποὺ θὰ ἀναβρύῃ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, δός μου τὸ νερὸ αὐτὸ διὰ νὰ μὴ διψῶ οὔτε νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ ἀντλῶ».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου καὶ ἔλα ἐδῶ».
Ἡ γυναῖκα ἀπεκρίθη, «Δὲν ἔχω ἄνδρα».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Καλὰ εὶπες ὅτι δὲν ἔχεις ἄνδρα, διότι πέντε ἄνδρες ἐπῆρες καὶ τώρα ἐκεῖνον ποὺ ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου· εἰς αὐτὸ εἶπες ἀλήθεια».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, βλέπω ὅτι σὺ εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας εἰς τὸ ὄρος τοῦτο ἐλάτρευσαν τὸν Θεόν, ἐνῷ σεῖς λέτε ὅτι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Πίστεψέ με, γυναῖκα, ὅτι ἔρχεται ὥρα ποὺ οὔτε εἰς τὸ ὄρος τοῦτο οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Πατέρα. Σεῖς λατρεύετε ἐκεῖνο ποὺ δὲν ξέρετε, ἐμεῖς λατρεύομεν ἐκεῖνο ποὺ ξέρομε, διότι ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ μάλιστα ἦλθε ἤδη, ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ θὰ λατρεύσουν τὸν Πατέρα πνευματικὰ καὶ ἀληθινά, διότι τέτοιοι θέλει ὁ Πατέρας νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν πρέπει νὰ τὸν λατρεύουν πνευματικὰ καὶ ἀληθινά».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Ξέρω ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ γνωρίσῃ ὅλα».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μιλῶ μαζί σου».
Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἀπόρησαν ποὺ μιλοῦσε μὲ γυναῖκα, κανεὶς ὅμως δὲν εἶπε, «Τί ζητᾶς» ἢ «Γιατὶ μιλᾶς μαζί της;».
Ἡ γυναῖκα ἄφησε τὴν στάμνα της, ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν καὶ εἶπε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, «Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε ἕναν ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;». Ἐβγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἤρχοντο σ’ αὐτόν.
Ἐν τῷ μεταξὺ τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Ραββί, φάγε».
Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Ἐγὼ ἔχω φαγητὸν νὰ φάγω, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ξέρετε».
Ἔλεγαν τότε οἱ μαθηταὶ μεταξύ τους, «Μήπως τοῦ ἔφερε κανεὶς νὰ φάγῃ;».
Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, «Τὸ φαγητόν μου εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ νὰ τελειώσω τὸ ἔργο του. Δὲν λέτε, «Τέσσερις μῆνες ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται;». Σηκῶστε τὰ μάτια σας, σᾶς λέγω, καὶ ἰδέτε τὰ χωράφια ὅτι εἶναι ἄσπρα, ἕτοιμα πρὸς θερισμόν. Ἤδη ὁ θεριστὴς παίρνει μισθὸν καὶ μαζεύει καρπὸν διὰ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, διὰ νὰ χαίρουν μαζὶ καὶ ὁ σπορεὺς καὶ ὁ θεριστής. Ἐδῶ ἡ παροιμία εἶναι ἀληθινή, ὅτι ἄλλος σπέρνει καὶ ἄλλος θερίζει. Ἐγὼ σᾶς ἔστειλα νὰ θερίσετε ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐκοπιάσατε· ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς ἐμπήκατε εἰς τὸν κόπον τους».
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαμαρείτας τὴς πόλεως ἐκείνης ἐπίστεψαν εἰς αὐτὸν ἐξ αἰτίας τῆς μαρτυρίας τῆς γυναῖκας: «Μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα». Ὅταν λοιπὸν ἦλθαν οἱ Σαμαρεῖται πρὸς αὐτόν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνῃ κοντά τους· καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ πολὺ περισσότεροι ἐπίστεψαν ἔπειτα ἀπὸ ὅσα τοὺς εἶπε, εἰς δὲ τὴν γυναῖκα ἔλεγαν, «Ὁ λόγος ποὺ πιστεύομεν δὲν εἶναι πλέον τὰ ὅσα μᾶς εἶπες, ἀλλὰ διότι τὸν ἀκούσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ξέρομεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ



Ὁ Χριστός, Πηγή Ζωῆς (12-05-85)





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ