Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ : ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ

Σύναξη των εν Χίω Αγίων – Ιερά Μητρόπολις Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας,  Ηρακλείου και Χαλκηδόνος 
                  ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΚΑΘΕ ΠΡΩΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ  

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' (α' 21-24, β' 1-4)
21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.  
1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτὸ, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ’ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς. 
 
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Ι. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ
21 Εκείνος δε ο οποίος δίδει την ακλόνητον και βεβαίαν πεποίθησιν εις ημάς μαζή με σας, ώστε να μένωμεν πιστοί στον Χριστόν και ο οποίος μας έχρισε με το Αγιον Πνεύμα, είναι ο Θεός. 22 Αυτός και έβαλε την σφραγίδα του επάνω μας, δια να δείξη, ότι είμεθα ιδικοί του και έδωσε το Πνεύμα του το Αγιον εις τας καρδίας μας ως προκαταβολήν και εγγύησιν δι' όλα όσα μας έχει υποσχεθή. 23 Πρέπει δε να σας πω τούτο· ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη εις την Κορινθον, δια να μη σας στενοχωρήσω με τας παρατηρήσεις μου και εις αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, που βλέπει την ψυχήν μου. 24 Δεν σας τα λέγομεν αυτά, διότι έχομεν εξουσίαν επάνω εις σας και εις την πίστιν σας, αλλά διότι είμεθα συνεργάται εις την ιδικήν σας χαράν. Αλλωστε σεις στέκεσθε στερεοί εις την πίστιν.  
1 Εσκέφθην δε μόνος μου και απεφάσισα τούτο· να μη έλθω προς σας λυπούμενος δια τα σφάλματά σας, λυπών δε και σας με τας παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω. 2 Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλόν σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σας στενοχωρώ, ποιός είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τας παρατηρήσεις μου, λυπείται και μετανοεί δια τα σφάλματά του και προχωρεί εις διόρθωσιν· 3 Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς εις προηγουμένην επιστολήν και σας έκαμα παρατηρήσεις, δια να διορθωθήτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπην από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαράν. Είμαι δε βέβαιος δι' όλους σας, ότι η ιδική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. 4 Είχα βέβαια λυπηθή και εγώ πολύ, δια τους ελέγχους που σας έκαμα εις την πρώτην επιστολήν βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένην την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι δια να καταβληθήτε από λύπην, αλλά δια να γνωρίσετε την εξαιρετικήν αγάπην, την οποίαν έχω προς σας. 
 
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ (κβ' 2-14)

2 ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασι­λεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄ­­­ρι­στόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦ­­ροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρι­σαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐ­­­­κεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. 8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐ­­τοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅ­­­σους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γά­­μου, 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώ­θη. 13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρα­­τε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐ­κεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
2 Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μέ κάποιον ἄν­θρω­πο βασιλιά, ὁ ὁποῖος ἔκανε ἑορτασμούς γάμου γιά τό γιό του. 3 Ἔστειλε λοιπόν τούς δούλους του γιά νά καλέσει αὐ­τούς πού εἶχαν προσκληθεῖ στό γάμο, ἀλλά ἐκεῖνοι δέν ἤθελαν νά ἔλθουν. 4 Ἔστειλε ξανά ἄλλους δούλους λέγοντας: Πεῖτε στούς καλεσμένους: Ἰδού, ἑτοίμασα τό μεσημεριανό μου τραπέζι. Οἱ ταῦροι μου καί τά θρεφτάρια εἶναι σφαγμένα, κι ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Ἐλᾶτε στό γάμο. 5 Αὐτοί ὅμως ἀδιαφόρησαν κι ἔφυγαν, ἄλλος στό χωράφι του κι ἄλλος στήν ἐμπορική του ἐπιχείρηση. 6 Καί οἱ ὑπόλοιποι, ἀφοῦ ἔπιασαν τούς δούλους του, τούς κακοποίησαν καί τούς σκότωσαν. 7 Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ βασιλιάς ἐκεῖνος, θύμωσε, κι ἀφοῦ ἔστειλε τά στρατεύματά του, ἐξολόθρευσε τούς φονιάδες ἐκείνους καί κατέκαψε τήν πόλη τους. (Ἔτσι τιμωρήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι καί τά Ἱεροσόλυμα, τούς ὁποίους ὑπονοεῖ ἡ παραβολή). 8 Τότε λέει στούς δούλους του: Τό τραπέζι τοῦ γάμου εἶναι ἕτοιμο· οἱ καλεσμένοι ὅμως δέν ἦταν ἄξιοι νά πάρουν μέρος σ’ αὐτό. 9 Πηγαίνετε λοιπόν στά σταυροδρόμια καί τά τρίστρατα, κι ὅσους βρεῖτε ἐκεῖ, καλέστε τους στούς γάμους. 10 Βγῆκαν τότε ἐκεῖνοι οἱ δοῦλοι στούς δρόμους καί μάζεψαν ὅλους ὅσους βρῆκαν, κακούς καί καλούς, καί γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπό ἀνθρώπους πού κάθισαν στό τραπέζι. (Αὐτό πραγματοποιήθηκε μέ τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία κλήθηκαν καί προσῆλθαν οἱ εἰδωλολάτρες πού πίστεψαν). 11 Κι ὅταν μπῆκε ὁ βασιλιάς γιά νά δεῖ τούς καθισμένους στό τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ κι ἕναν ἄνθρωπο πού δέν φοροῦσε ἐπίσημο ἔνδυμα γάμου. Δέν εἶχε δηλαδή μαζί μέ τήν πίστη καί τόν καρπό τῆς πίστεως, δηλαδή τίς ἀρετές. 12 Καί τοῦ λέει: Φίλε, πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα χωρίς νά ἔχεις ἐνδυμασία γάμου; Ἦταν εὔκολο νά ἀπευθυνθεῖς στήν ὑπηρεσία μου καί νά σοῦ δώσει μιά τέτοια ἐνδυ-­μα­σία. Κι αὐτός τότε ἀποστομώθηκε. 13 Τότε ὁ βασιλιάς εἶπε στούς ὑπηρέτες: Δέστε τά χέρια καί τά πόδια του καί πάρτε τον καί ρίξτε τον ἔξω, στό πιό βαθύ σκοτάδι, πού εἶναι μακριά ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι θά κλαῖνε καί θά τρίζουν τά δόντια τους. 14 Διότι πολλοί εἶναι οἱ καλεσμένοι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί, πού ἔχουν τίς ἀρετές καί θά κληρονομήσουν τή βασιλεία αὐτή.
 
ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ
Ἡ Ἀμέλεια 5-9-1999

ΠΗΓΗ : arnion.gr