Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

14 ΙΟΥΛΙΟΥ : ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

   
    Ὁπωσδήποτε συνιστᾶ τόλμημα καὶ μάλιστα δυσανάλογα μεγάλο πρὸς τὶς δυνατότητες κάθε γήινου ἀνθρώπου νὰ δοκιμάζει μὲ τὶς ὅποιες λέξεις νὰ περιγράψει τα κατορθώματα μιᾶς πνευματικῆς πορείας, νὰ τὴν ἐγκλωβίσει μέσα σὲ συνηθισμένες ἐκφράσεις. Πολὺ περισσότερο ἂν αὐτὴ ἡ πορεία εἶναι ἐνσυνείδητη καὶ τείνει διακαῶς πρὸς τὸν Οὐρανό, στὴν οἰκείωση καὶ ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ὅταν εἶναι πολιτεία διάβροχη ἀπὸ δάκρυα μετάνοιας καὶ ἐξομολογήσεως, βίος ἀφιερωμένος στὴ θέωση τοῦ σάρκινου περιβλήματος τῆς ψυχῆς, τοῦ δερμάτινου χιτώνα. Ὅταν στόχος εἶναι ἕνας ἅγιος καὶ ἡ ἐπίμονη πορεία του πρὸς τὴν τελείωση, ἄσχετα τοῦ πόσο αὐτὴ συνδέθηκε μὲ τοὺς καθημερινοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ἀνθρώπινα, μὲ μικρότητες καὶ ταπεινώσεις. Αὐτὰ ποὺ μεταποιοῦν ὅμως τὸν καθημερινὸ ἄνθρωπο σὲ ἅγιο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταγραφοῦν, γιατὶ ἀνήκουν σὲ μία ἄλλη σφαίρα, σὲ ἕναν ἄλλο χῶρο, ποὺ δὲν μπορεῖ ὁ λόγος νὰ εἰσέλθει, πολὺ περισσότερο νὰ τὰ περιγράψει. Κατόπιν αὐτοῦ δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσει ἐδῶ ἡ πορεία αὐτή, παρὰ μόνο συμπτωματικά, θα προσεγγίσουμε τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία του μόνο σὲ αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τοὺς συνανθρώπους του, ποὺ τοὺς φώτισαν, τοὺς παιδαγώγησαν, τοὺς στήριξαν.
     Ὁ Νικόδημος ἀνήκει στὴ χορεία τῶν προσώπων, τῶν λογίων καὶ πραγματικὰ σοφῶν διδασκάλων, τῶν ἀκαταμάχητων προστατῶν τῶν πνευματικῶν δικαιωμάτων τοῦ Γένους σὲ πραγματικὰ δύσκολη ἐποχή, ποὺ τοῦ ἐνέπνευσαν δύναμη καὶ θάρρος, λειτούργησαν χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ ἴσως κανεὶς ὡς πρότυπα καὶ παραμυθία στὴν ἀχάριστη καθημερινὴ ζωὴ τοῦ σκλάβου. Τὸ Γένος αὐτὴ τὴν ὥρα εἶχε ἀνάγκη καὶ παρουσίασε μορφὲς πνευματικές, πολύτιμα στελέχη τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου, ὁποιαδήποτε ἄλλη δραστηριότητα γιὰ τὸν καταπτοημένο ραγιὰ ἦταν ἀπαγορευμένη, τὴν ἀπαγόρευε καὶ τὴν ὑποπτευόταν ὁ ἀμόρφωτος καὶ καχύποπτος κατακτητής, ἐνῶ στὸν ὑπόλοιπο εὐρωπαϊκὸ χῶρο συνέβαιναν κοσμογονικὲς ἀνακατατάξεις, ποὺ ὁπωσδήποτε ἔφθαναν καὶ στὸ χῶρο τῆς Ῥωμιοσύνης ὡς μετασεισμοί. Ὁ κίνδυνος τῆς ἀλλοτρίωσης ἐμφανιζόταν μεγάλος καὶ ἀπειλητικός, ἡ ἀλλοίωση τῆς ταυτότητας ἦταν ἐνδεχόμενη, ὁρατή, ὅσοι ἀπὸ τοὺς φυγάδες ῥωμιοὺς κατόρθωσαν νὰ ἀναδειχθοῦν στὶς παροικίες καθὼς νόθευσαν τὸ χαρακτήρα τους, οἱ περισσότεροι ἀφομοιώθηκαν ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀποκόπηκαν ὁριστικὰ καὶ χάθηκαν γιὰ τὸ Γένος, ἐκτὸς καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία παροῦσα τοὺς θέρμαινε στοὺς κόλπους της, τοὺς συντηροῦσε τὴ γλῶσσα καὶ παράδοση τῶν πατέρων τους, τοὺς κρατοῦσε ὅσο μπόρεσε καὶ αὐτή, νὰ ὑπάρχει Ῥωμιούς.
  
Οἱ συντεταγμένες μέσα στὶς ὁποῖες οἱ περιστάσεις ἐπέβαλαν νὰ ἀνασυγκροτεῖται τὸ Γένος ἔδειχναν πὼς ἀπαιτοῦν, προϋποθέτουν τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθική του συγκρότηση, οἱ ἐπιδράσεις ἀπὸ ὅσα συνέβαιναν στὴ δυτικὴ Εὐρώπη, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔπρεπε νὰ προστατευθεῖ, ζητοῦσαν νὰ γίνει ὁ ραγιὰς πρῶτα συνειδητὸς ἐραστὴς τῆς Ἐλευθερίας καὶ κατόπιν νὰ ζητήσει νὰ τὴν διεκδικήσει δυναμικά. Τὸ Γένος εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τὶς περιστάσεις, ἀπὸ τὴ μακρὰ καὶ ἔμπονη πορεία καὶ τὶς ἀνειρήνευτες προσπάθειές του νὰ ἀνασυγκροτεῖται νὰ παρουσιάζει ἀνησυχίες καὶ ὤφειλε αὐτὴ τὴ δυναμικὴ νὰ τὴν ἀξιοποιήσουν, γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν ἐξανάστασή του. Σὲ πολλὲς ὧρες τῆς Ἱστορίας συναντᾶμε ἄνδρες ποὺ ἴσως καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνονται ἐπιλέγουν τὸ σωστό, μπαίνουν μπροστὰ καὶ κατευθύνουν τοὺς συνανθρώπους τους προικισμένοι μὲ μία διαίσθηση αὐτοῦ ποὺ οἱ περιστάσεις ζητοῦν. Οἱ δρόμοι τῆς Ἱστορίας δὲν εἶναι πάντα λογικοί, πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι προβλέψιμοι καὶ συχνὰ αὐτοὶ ποὺ ἡγοῦνται, πορεύονται μὲ ὁδηγὸ τὶς προσωπικές τους ἐκτιμήσεις. Εἶναι οἱ ἐκλεκτοί, μὰ δὲν διακρίνεται αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔχει ἐκλέξει ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι –δὲν ἀποτελεῖ ὑπεκφυγὴ ὁ προσδιορισμός, ἀλλὰ ὁμολογία ἀδυναμίας τῆς λογικῆς ἀντιμετώπισης—οἱ «ἀπεσταλμένοι».

     Ὁ Νικόδημος πράγματι ἦταν ἕνας ἀπεσταλμένος. Καθώς ἡ προσφορά του ἄμεση καὶ ἔμμεση κυρίως γιὰ τὸ Γένος καὶ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι δυσυπολόγιστη, μιὰ ποὺ τὴ μεγαλωσύνη της τὴν ἀνακαλύψαμε σχετικὰ πρόσφατα, ὅταν ἡ ἀχλὺς ποὺ σκόπιμα τὴν περιέβαλλε διαλύθηκε. Θὰ φανεῖ παραδοξολογία ὁ ἰσχυρισμὸς πὼς ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς σπουδαίους Καθηγητὲς τοῦ Γένους, ὅταν εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ πὼς ποτὲ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς νὰ διδάσκει, ἐνῶ τὰ πολλὰ ἀπὸ ὅσα ἔγραψε καὶ κληροδότησε σπουδαῖα πράγματι ἔργα δὲν κυκλοφορήθηκαν τότε, δὲν εἶναι προσιτὰ καὶ κατανοητὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ θὰ τὰ διαβάσει, ἂν δὲν διαθέτει ἀρκετὴ θεολογικὴ παιδεία, δὲν μποροῦν νὰ διδάξουν τοὺς πολλούς. Αὐτὰ ἀσφαλῶς παραμένουν πολυτίμητη περιουσία καὶ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ παραβλέψουμε. Ἡ ἀναμόρφωση ποὺ ἐπεχείρησε καὶ ἐπέτυχε καὶ βραχυπρόθεσμα καὶ μακροπρόθεσμα στὸ μοναχικὸ βίο, ἡ ἀνατροφοδότησή του, ὁ πλουτισμὸς τοῦ θεολογικοῦ λόγου, ἡ ἔμπνευση ποὺ χάρισε καὶ χαρίζει αὐτὸς σὲ πολλοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τοῦ Γένους, δούλου καὶ ἐλεύθερου, ἡ καθαρότητα καὶ ἀσκητικότητα τοῦ βίου του, ἦσαν καὶ εἶναι τόσο δυνατὴ παρουσία στὴ ζωή, ποὺ νὰ πλουτίζει καὶ καλλιεργεῖ τὸ Γένος, ὅσα λίγα ἄλλα. Ἔστω καὶ ἀπὸ δρόμους ποὺ δὲν εἶναι ὁρατοί. Ἐξ ἄλλου ἡ Ὀρθοδοξία ποὺ ἀποτέλεσε καὶ θὰ ἀποτελεῖ πρωταρχικὸ δομικὸ στοιχεῖο τοῦ Γένους, χρωστᾶ στὸν ἅγιο Νικόδημο τόσον πολλά, ὄχι μόνο γιὰ τὸ τεράστιο συγγραφικὸ ἔργο του, ὁπωσδήποτε θεμελιῶδες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πολιτεία του, μὲ τὴν ὁποία καίρια τὸ ἐνίσχυσε. Τὴν θαύμασαν οἱ μοναχοί, μὰ τοῦτο δὲν σημαίνει πὼς ὁ θαυμασμὸς ἔμεινε στὸ χῶρο τοῦ ἁγιώνυμου τόπου· νὰ μὴν ξεχνᾶμε πὼς ἀρκετὲς μάχες κερδίζονται ἀπὸ τὸ καταπειστικὸ ἄφωνο παράδειγμα ἐγκαρτέρησης καὶ ἐπιμονῆς στὶς ἀρχές τους, ποὺ ἐπέδειξαν μερικὲς ἔξοχες μορφὲς ἀγωνιστῶν, ὅτι αὐτὴ ἡ σιωπηρὴ παρουσία ἐπηρεάζει διαρκέστερα καὶ περισσότερο ἀποτελεσματικὰ καὶ κερδίζει τὸν πόλεμο. Ὁ Νικόδημος χωρὶς νὰ ἀντιπαρατάξει δυναμικὰ τὶς ἰδέες του, μὲ τὸ συνεπῆ βίο του καὶ τὴν ἀκτινοβολία ποὺ ἐξέπεμπε τὸ πρόσωπό του χάρισε στὶς ἰδέες ποὺ πρέσβευε τὴν ὑπεροχή.
     Κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλλιβούρτζης εἶδε τὸ φῶς τῆς ζωῆς στὴ Νάξο, τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ πλούσιο νησὶ τῶν Κυκλάδων, ἑβδομῆντα σχεδὸν χρόνια πρὶν οἱ ταλαίπωροι ραγιάδες διεκδικήσουν δυναμικὰ νὰ ἀνακτήσουν τὴν ἐλευθερία τους, δηλαδὴ στὰ 1749. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν, εἶχαν ἀποκτήσει καὶ ἕνα ἄλλο υἱό, δημιούργησαν δὲ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους ἕνα πολὺ πρόσφορο κλίμα γιὰ νὰ προετοιμάσουν μία μορφὴ γιὰ τὸ Γένος, ἕναν ἅγιο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἀγκίστρωσή τους στὶς ὑγιεῖς παραδόσεις καὶ τὴ ζωντανὴ καὶ θερμουργὸ πίστη τους στὸ Θεό. Ὁ ἐφημέριος του ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴ γενέτειράα του στάθηκε ὁ πρῶτος του διδάσκαλος, καθὼς ὁ μικρὸς Νικόλαος καθημερινὰ παρακολουθοῦσε τὶς ἀκολουθίες καὶ συνεργάτης, συνοδὸς του, μάθαινε τοὺς ἱεροὺς ὕμνους καὶ ἐντασσόταν στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ περισσότερο γιατὶ ὁ Θεὸς τὸν εἶχε προικίσει μὲ μοναδικὴ ἀφομοιωτικὴ ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἀπομνημονεύει ἀμέσως αὐτὸ ποὺ ἄκουγε, διάβαζε ἢ τοῦ δίδασκαν, τὸν εἶχε δὲ ἡ Θεία Πρόνοια εὐνοήσει νὰ γεννηθεῖ σὲ τόπο ποὺ διέθετε ἰσχυρὴ παιδευτικὴ παρουσία μὲ τὴ λειτουργία σ᾿ αὐτὴ τῆς ξακουστῆς Σχολῆς, ποὺ τὴν στελέχωνε τοῦτο τὸν καιρὸ μὲ μεγάλη ἀπόδοση καὶ ἐπιτυχία ὁ ἱερομόναχος Χρύσανθος Αἰτωλός, ὁ ἐσωχωρίτης, κατὰ σάρκα ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Μαθητὴς αὐτῆς τῆς σημαντικῆς πνευματικῆς μορφῆς, γιὰ τὴν ὁποία ὁ μοναδικῆς σημασίας καὶ προσφορᾶς ἀδελφὸς ἀποτέλεσε τὴν αἰτία νὰ μὴν καταξιωθεῖ ὅσο τὸ ἄξιζε, χρημάτισε ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὰ τελευταῖα παιδικά του χρόνια. Ἡ τεράστια μνήμη ποὺ διέθετε -- αργότερα θὰ ἐπανέλθουμε γιὰ νὰ κάνουμε περισσότερο λόγο γιὰ αὐτό του τὸ χάρισμα -- ἡ θαυμαστὴ κρίση ἀπὸ τὰ πρῶτα του χρόνια, ἡ ἀκαταπράυντη δίψα του γιὰ γνώση, ἡ εὐρύτητα τῶν ὁριζόντων τῆς σκέψης ἔκαμαν νὰ διακριθεῖ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς συσπουδαστές του ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μαθητείας του. Οἱ γονεῖς, ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ τότε Ἐπίσκοπος τῆς Νάξου Ἄνθιμος διέκριναν τὴν μοναδικὰ προικισμένη φύση τοῦ ἐφήβου καὶ φρόντισαν ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ καθένας νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ συνεχίσει μὲ εὐρύτερες σπουδές, γιατὶ διέκριναν ὅτι ἀποτελοῦσε μία ὑπόσχεση γιὰ τὸ Γένος, μιὰ δυνατότητα ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ μείνει ἀναξιοποίητη. Κάτοχο ἤδη πολλῶν γνώσεων τὸν ἀπέστειλαν μὲ τὴν προστασία τοῦ Μητροπολίτου Παροναξίας στὴ Σμύρνη, γιὰ νὰ παρακολουθήσει μαθήματα στὴν περίφημη Σχολή της, πνευματικὸ ἵδρυμα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα, μὲ εὐρεῖς τοὺς ὁρίζοντες, συστηματικὴ ἐργασία μὲ ξακουστοὺς διδασκάλους. Οἱ σπουδαστές της ἐγκαταβίωναν στὸ χῶρο της καὶ αὐτόσυνέβαλε στὴν πληρέστερη καὶ ἐπιστημονική τους κατάρτιση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθική τους συγκρότηση, στὴν καλλιέργεια τοῦ ἤθους καὶ τῆς κοινωνικότητάς τους.

Σπούδασε καὶ κατέκτησε χάρις στὴν εὐρύτητα τοῦ νοῦ καὶ τὸ ἄπειρο τῶν γνωστικῶν του δυνατοτήτων τὰ πάντα, Ἰατρική, Φυσική, Ἀστρονομία, Φιλοσοφία, Ψυχολογία, μὲ τὰ τότε δεδομένα βέβαια, πρὸ πάντων όμως τὴ Θεολογία, γιὰ τὴν ὁποία αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἕλξη. Ἦταν ἀρκετὸ στὸ σπινθηροβόλο πνεῦμα του νὰ διαβάσει μία μόνο φορὰ ὁποιοδήποτε ἐπιστημονικὸ ἔργο, γιὰ νὰ τὸ θυμᾶται κατὰ λέξη σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ παραπέμπει σ᾿ αὐτὸ ἄνετα... Φιλοσοφικές, οἰκονομικές, ἀστρονομικές, ἰατρικές, ἀκόμα καὶ στρατιωτικοῦ περιεχομένου πραγματεῖες, ποιητὲς καὶ ἱστορικοί, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, Ἕλληνες καὶ Λατίνοι, τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἦσαν κάθε στιγμὴ προσιτὰ ἀπὸ μνήμης μὲ μεγάλη εὐχέρεια. Διδάσκαλοι καὶ μαθητὲς τῆς Σχολῆς τὸν θαύμαζαν καὶ γιὰ τὰ πνευματικά, κυρίως ὅμως γιὰ τὰ ἠθικά του χαρίσματα σὲ σημεῖο ποὺ στὸ πρόσωπό του ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς Βουλισμᾶς νὰ διακρίνει τὸν ἄξιο διάδοχό του καὶ κατ᾿ επανάληψη, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μόλις εἴκοσι χρονῶν, τοῦ ἔκανε τὴν πρόταση αὐτή, τὴν ὁποία ὁ Νικόλαος πάντα ἀρνιόταν, γιατὶ πρὸς ἄλλα φαίνεται ὅτι ἀπέβλεπε.
Μετὰ τὸν ἀπαραίτητο χρόνο καὶ ἀφοῦ εἶχε ἀπόκομίσει ἀπὸ τὴν τροφὸ Σχολὴ ὅσα ἐνόμιζε ὅτι τοῦ ἐχρειάζοντο, ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του Νάξο κοντὰ στοὺς γονεῖς καὶ τὸν προστάτη του Μητροπολίτη. Αὐτὸς γιατὶ ἐκτίμησε τὴ μόρφωση καὶ τὸ ἦθος του τὸν προσέλαβε Γραμματέα καὶ ἀκόλουθό του, ὁραματιζόταν δὲ νὰ τὸν δεῖ καὶ διάδοχό του, ἐφόσον ἡ πατρίδα του εἶχε τόση ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα μορφωμένο καὶ χαρισματικὸ κληρικὸ γιὰ νὰ οἰκοδομεῖ τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, νὰ πολεμᾶ τὴν προπαγάνδα τῶν Φράγκων κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς νήσου.
      ..... Οὔτε ὅμως αὐτὴ ἡ πρόταση, τὸ ὅραμα τοῦ προστάτου του Ἐπισκόπου τὸν ἱκανοποιοῦσε, γιατὶ ἡ ψυχή του ἄλλα, ὑψηλότερα ζητοῦσε. Βρισκόμαστε στὰ μέσα της ὄγδοης δεκαετίας τοῦ αἰῶνα αὐτοῦ καὶ στὸν ἁγιώνυμο τόπο μαίνεται ἡ ἔριδα τῶν Κολλυβάδων μὲ ἐπικρατέστερους τοὺς ἀντιπάλους τους, μὲ συνέπεια πολλοὶ ὅσιοι καὶ ἐνάρετοι μοναχοὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς μονὲς τῆς μετανοίας τους καὶ νὰ διασκορπισθοῦν σὲ νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ τόπους στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τηροῦν τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς ὅρκους τους. Τρεῖς ἀπὸ αὐτοὺς ἔφθασαν στὴ Νάξο, ὄργανα τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν Νικόλαο, ποὺ εἴκοσι πέντε χρονῶν ἀναζητοῦσε πῶς νὰ χαράξει τὸ δρόμο, νὰ βρεῖ τὸν προορισμὸ τῆς ζωῆς του, τρόπο νὰ δραστηριοποιηθεῖ καὶ νὰ παροχετεύσει τὸ περίσσευμα τῆς ψυχῆς του. Τοὺς συναντᾶ, μακρὲς συζητήσεις κάνει μαζί τους, φωτίζεται η σκέψη του, τὸν παρωθοῦν καὶ ἀποφασίζει νὰ μεταβεῖ στὴν Ὕδρα, ὅπου ἐγκαταβιώνουν ἄλλοι Κολλυβάδες μοναχοὶ καὶ μεταξύ τους ὁ Ἐπίσκοπος ἀπὸ Κορίνθου Μακάριος Νοταρᾶς, ὁ γέρων Σίλβεστρος γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν καλλίτερα τόσο γιὰ τοὺς σκοποὺς τοῦ κινήματος, ὅσο καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς ἡσυχίας, τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν τελείωση. Στὸν μετὰ ταῦτα Ἅγιο Μακάριο ὁ Νικόλαος θὰ ἐξομολογηθεῖ τὸν πόθο του νὰ μεταβεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ περιβληθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἐκεῖ προκειμένου καὶ γιὰ τὴν ψυχή του νὰ ἀγωνισθεῖ, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ φωτισμὸ τοῦ ὑπόδουλου Γένους. Ὁ γέρων Σίλβεστρος, αὐστηρὸς ἀσκητής, τοῦ ἐνοφθάλμισε παράλληλα τὸν πόθο τῆς ἄσκησης καὶ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσει τὴν ὡραιότητα καὶ αὐτῆς. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴ Νάξο ἀνακοίνωσε τὴν ἀπόφασή του στὴ γερόντισσα μητέρα του καὶ τὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τὸν κρατήσει κόντα του χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα καὶ τελικὰ τὸν προέπεμψε μὲ τὶς εὐχές του στὸν τόπο ποὺ πόθησε ἡ ψυχή του. Ἡ μητέρα του ἀποσύρθηκε καὶ αὐτὴ σὲ μοναστήρι τῆς Νάξου, ὅπου τελείωσε ἡ ζωή της ὡς μοναχή Ἀγαθή.
     Ἀπὸ τώρα ἀρχίζει νέα περίοδος στὴ ζωή του, αὐτὴ ποὺ θὰ τὸν ἀναδείξει τόσον ἅγιο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ὅσα καὶ σπουδαία μορφὴ γιὰ τὸ Γένος, διδάσκαλο πρώτου διαμετρήματος καὶ μοναδικῆς ἀκτινοβολίας. Παιδὶ ὁπωσδήποτε εὐκατάστατης οἰκογένειας, προικισμένος μὲ πολλὰ καὶ θαυμαστὰ τάλαντα ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Θεό, πολλοὺς εἶχε λόγους νὰ μείνει στὸν κόσμο καὶ νὰ ὑπηρετήσει καὶ τὶς προσωπικές του φιλοδοξίες, ἀλλὰ καὶ τὸν ζωηρὸ πόθο νὰ γίνει χρήσιμος γιὰ τὸ Γένος. Προτίμησε ὅμως τὸν αὐστηρὸ μοναχικὸ βίο, τὴν ἀφιέρωση στὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴν προσφορά του καὶ τὸν Θεὸ νὰ ὑπηρετήσει καὶ τὴν εἰκόνα Του, τὸν συνάνθρωπο. Ἀφιερωμένος ἀπὸ παιδὶ στὸ Γένος, χωρὶς νὰ ὑπάρχει σχετικὴ μαρτυρία εἶναι βέβαιο ὅτι ὑπηρέτησε τοὺς συντοπίτες του καὶ τὸ ἐθνικὸ καὶ πνευματικό τους ἐπίπεδο καλλιέργησε καὶ ἀνύψωσε κατὰ τὰ πέντε χρόνια ποὺ παρέμεινε στὴ Νάξο, μετὰ τὸ τέλος τῶν σπουδῶν του στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης. Εἶναι τόσο συγκλονιστικὰ καὶ πειστικὰ τὰ μεταγενέστερα ἀθλήματα καὶ κατορθώματά του, ὥστε πιθανὸν νὰ ἔκαμαν νὰ λησμονηθοῦν οἱ ὅσες προσπάθειες ὑπὲρ τῶν συμπατριωτῶν του, πρὶν ἀναδειχθεῖ στὸ γνωστὸ ἁγιορείτη μοναχό. Τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴ Νάξο στὸν ἁγιώνυμο τόπο τὸν ἀποβίβασε ὕστερα ἀπὸ ταξίδι ἀρκετών ἡμερῶν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου πρὸς τοὺς πατέρες τῆς ὁποίας μετέφερε καὶ τοὺς παρέδωκε συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ γέροντα Σίλβεστρου, στὸ μοναστήρι δὲ αὐτὸ χειροθετήθηκε μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος. Γιὰ νὰ γίνει δεκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς τῶν μοναχῶν της, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν πνευματικότητα, τὸν βοήθησε πολὺ ἡ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ γέροντος Σίλβεστρου, οἱ συστάσεις του, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητας, ἡ ὅλη του παρουσία, οἱ σοφοὶ καὶ μελετημένοι λόγοι του, ποὺ βεβαίωναν τὴν παιδεία τῆς ψυχῆς του, ὄχι μόνο τὶς πολλὲς γραμματικὲς καὶ ἐπιστημονικές του γνώσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθική του συγκρότηση. Ἀφοῦ ἀποκαταστάθηκε ὡς ὀργανικὸ μέλος τῆς ἀδελφότητας τῆς μονῆς τῆς μετανοίας του καὶ ὁ ἡγούμενος καὶ οἱ ἀδελφοί της τὸν ἐγνώρισαν καὶ τὸν συνήθισαν, ζήτησε νὰ τοῦ επιτρέψουν καὶ μετέβη νὰ συναντήσει, γνωρίσει καὶ συζητήσει μὲ ὅσους ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες ἐξακολουθοῦσαν νὰ εγκαταβιώνουν στὸ Ὄρος, δηλαδὴ ὅσους δὲν τὸ ἐγκατέλειψαν παρὰ τὸν διωγμό, στὴν ἀδελφότητα τῶν Σκουρταίων καὶ ἀλλοῦ. Ἦταν τόσο γρήγορη ἡ προκοπή του στὸ μοναχικὸ βίο, ἦταν τόσο ἕτοιμος νὰ λάβει τὸ μοναχικὸ σχῆμα, ὥστε ἐκάρη μοναχὸς λίγους μόλις μῆνες μετὰ τὴν εἴσοδό του στὸ μοναστήρι, ἀντὶ τῆς κανονικῆς δοκιμασίας τριῶν ἐτῶν, νὰ χειροθετηθεῖ καὶ νὰ τοποθετηθεῖ Γραμματέας τῆς Μονῆς καὶ Ἀναγνώστης κατὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες γιὰ τὴν καθαρότητά του ὅταν διάβαζε καὶ τὶς πολυπληθεῖς του γνώσεις. Γνώσεις ποὺ δὲν ἄφηνε καμιὰ εὐκαιρία ἀνεκμετάλλευτη νὰ μὴν τὶς πλουτίζει, καθὼς καθημερινὰ ἐντρυφοῦσε στὰ πάμπολλα χειρόγραφα καὶ πολύτιμα ἄλλα θησαυρίσματα τῆς μονῆς, νὰ ἀπομυζᾶ ὅ,τι ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὴν σοφία τῶν συγγραμμάτων τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ζητᾶ νὰ πολλαπλασιάζει ἀσκούμενος ὡς μοναχὸς καθὼς ἀνασκαλεύει τὴν πλούσια βιβλιοθήκη τὶς γνώσεις του ὄχι γιὰ νὰ καταστεῖ σοφὸς κατὰ κόσμον, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὶς μεταφέρει μέσα ἀπὸ τὸ λόγο καὶ τὶς δικές του συγγραφὲς στὶς ψυχὲς τῶν ἀδελφῶν του καὶ μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ὄρος, νὰ φωτίσει ὅπως μποροῦσε περισσότερο καὶ μὲ τὸ πραγματικὸ φῶς τὸ ταλαίπωρο Γένος, ποὺ τὸ μάστιζε ἡ ἀπαιδευσία.

     Δυὸ περίπου χρόνια θὰ παραμείνει μοναχὸς στὴ Μονὴ Διονυσίου καὶ θὰ ἀγωνίζεται ἔμπονα νὰ τελειώνεται καθημερινά. Θὰ τὴν ἐγκαταλείψει γιατὶ ἔφθασε στὸ Ὄρος ὁ πνευματικός του πατέρας καὶ ἀγωνιστὴς τῆς παράδοσης ἐπίσκοπος Μακάριος ὁ ἀπὸ Κορίνθου καὶ τὸν προσκάλεσε κοντά του προκειμένου ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀρχίσουν νὰ προσφέρουν πνευματικὴ τροφὴ στὸ Γένος μὲ τὶς συγγραφές τους. Οἱ Διονυσιάτες ἀδελφοὶ τοῦ ἐπέτρεψαν τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ Μονή τους καὶ τὴν ἐγκαταβίωση μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό του ὁδηγὸ στὸ κελλὶ αὐτοῦ, γιατὶ δὲν μετέβαινε ἀπὸ περιέργεια καὶ πνεῦμα μοναχικῆς ἀκαταστασίας, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ πρόσκληση καὶ συγκατάνευση τοῦ σεβαστοῦ σὲ ὅλους γέροντά του γιὰ νὰ ἀξιοποιήσει γιὰ ὠφέλεια ὅλων, ἀκόμα καὶ αὐτῶν ποὺ θὰ ἔρχονταν μετά, τὶς πολλές του γνώσεις καὶ τὰ περισσὰ τάλαντα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Μετὰ ἀπὸ ἐλάχιστες ἡμέρες ὁ μοναχὸς πλέον Νικόδημος –τὸν συναντοῦσε ὁ Μακάριος πρώτη φορὰ μοναχό–παρέλαβε ἀπὸ αὐτὸν τὸ χειρόγραφο τῆς «Ἱερᾶς Φιλοκαλίας» γιὰ νὰ συντάξει πρόλογο στὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ γέροντὸς τοῦ καὶ νὰ τὸ συμπληρώσει μὲ τοὺς βίους τῶν νηπτικῶν πατέρων ποὺ τοὺς λόγους τους περιεῖχε. Νήψη ὀνομάζεται στὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἡ μοναχικὴ πρακτική, ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔρχεται σὰν καρπὸς τοῦ ἡσυχασμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ φορτικὲς βιοτικὲς μέριμνες, οἱ πατέρες δὲ ποὺ κατορθώνουν καὶ μετὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ πνευματικὸ αὐτὸ γύμνασμα καὶ κατόρθωμα ὀνομάζονται νηπτικοί. Ταμεῖο γνώσεων ἄπειρων στὸν ἀριθμὸ ὁ Νικόδημος ἦταν ὁ πιὸ κατάλληλος γιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο αὐτό, ὅπως καὶ γιὰ τὴ συμπλήρωση, διόρθωση καὶ θεώρηση τῶν χειρόγραφων ἔργων «Εὐεργετινός» καὶ «Περὶ τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως» ποὺ τοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ Μακάριος. Στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ ἐνῶ δεχόταν τὶς ἐπισκέψεις ἀδελφῶν του μοναχῶν ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀπολαύσουν τὴν πνευματικὴ ἀναστροφὴ μὲ αὐτόν, παρέμεινε δύο σχεδὸν χρόνια καθὼς φρόντιζε τὴν προετοιμασία ἐκδόσεως τῶν τριῶν αὐτῶν ἔργων, ποὺ τὰ παρέλαβε χειρόγραφα καὶ θὰ τὰ παρέδιδε ἕτοιμα γιὰ νὰ τυπωθοῦν. Διόρθωνε τὰ λάθη, ποὺ εἶχαν τυχὸν ἐμφιλοχωρήσει ἢ τὰ συμπλήρωνε ἀπὸ τὶς ἀπέραντες γνώσεις του, ἔτσι ὥστε νὰ ἀποβοῦν χρήσιμα γιὰ τὸν καταρτισμὸ καὶ τὴν ἠθικὴ στήριξη τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν του.

     Μετὰ στὴν «Καψάλα», περιοχὴ στὸν Ἄθωνα, ἐπιμελήθηκε τὸ βιβλίο «Παράδεισος» τοῦ Ἁγίου Μελετίου καὶ τὸ ἀπάλλαξε ἀπὸ σφάλματα καὶ ἀβλεπτήματα, ἀμέσως δὲ μετά, ἀφοῦ δὲν συνέτρεχε πλέον κανένας λόγος νὰ τὸν κρατᾶ μακριὰ ἀπὸ τὴ Μονή του, ἐπανῆλθε στὴν Διονυσίου καὶ ἀνέλαβε ἐκ νέου τὰ καθήκοντά του. Κυρίως τὸν ἀπασχολοῦσε ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μελέτη καὶ προσπαθοῦσε μέσῳ αὐτῶν νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Σκέψη καὶ προσπάθεια νὰ ὁδεύσει πρὸς τὴ Μολδαβία γιὰ νὰ παρακολουθήσει διδασκαλία σχετικὰ μὲ τὴ νοερὰ προσευχή, ποὺ θὰ τὸν ἔφερνε πιὸ κοντὰ στὸ Θεό, ἐμποδίσθηκε κατὰ τρόπο θαυμαστὸ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἔμεινε στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο γιὰ νὰ συντρέχει μὲ τὰ βιβλία καὶ τὶς συνομιλίες του τὸν ὀρθόδοξο ἑλληνικὸ κόσμο, ποὺ μαστιζόταν ἀπὸ τὴν ἀπαιδευσία, τὴν ἄγνοια καὶ τὴ δεισιδαιμονία. Βέβαια καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Μολδαβίας στὸ Δούναβη Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μὲ μεγάλες πνευματικὲς ἀνάγκες τὴν κατοικοῦσαν, τὴν ὥρα ὅμως αὐτὴ φαίνεται πὼς θὰ ἧταν περισσότερο χρήσιμη ἡ παρουσία του στὸ χῶρο τῆς πατρίδας του, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, ἀνδρώθηκε, μορφώθηκε κατὰ Χριστόν, προσῆλθε καὶ εὐδοκίμησε στὶς τάξεις τῶν μοναχῶν, ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν τελείωσή του. Ἀφοῦ ὅμως μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ γέροντος ἡγουμένου καὶ τῶν συμμοναστῶν του ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς μετανοίας του, τὴ Μονὴ Διονυσίου, μὲ μόνο σκοπὸ νὰ γνωρίσει τὴ Νοερὰ Προσευχή, δὲν ἀθέτησε τὸν πόθο του καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο τῆς Καψάλας- πάντα μέσα στὸν χῶρο τοῦ Ἄθωνα- γιὰ νὰ ζήσει ἐκεῖ μόνος του ἀσκητικὸ βίο καὶ νὰ ἐπιτύχει ἀνενόχλητος καὶ ἀπερίσπαστος τὶς ἀναβάσεις του πρὸς τὸ Θεό.
     Πράγματι ἐκεῖ καὶ ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος παραδίδει καὶ ἀπὸ ὅσα ἄλλοι διηγοῦνται γι᾿ αὐτὸν βρῆκε τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ πόθου του καὶ οἱ λόφοι τοῦ ἄξενου καὶ σκληροῦ αὐτοῦ τόπου ἔχουν νὰ διηγοῦνται τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀσκητικὰ παλαίσματα, τὶς μεγαλόπνοες καὶ πολὺ ὠφέλιμες συγγραφές του καὶ κυρίως τοὺς θεοφιλεῖς θρήνους γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὶς πτώσεις του. Στὴν Καψάλα ὑποτάχθηκε καὶ τήρησε τὴ μοναστικὴ ὑπακοὴ στὸ μοναχὸ Ἀρσένιο, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Νάξο, φυγάδα ἀπὸ τὸν Ἄθωνα γιὰ τὶς κολλυβαδικὲς ἰδέες του καὶ εἶχε ἰδιαίτερα ἐκτιμήσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἠρεμία του. Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστι θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις διαπίστωνε καὶ βίωνε καθημερινά. Ὅμως ὑπάρχουν καὶ ἀνάγκες γιὰ νὰ ζήσουν καὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συντήρησή τους, ἀντέγραφε καλλιγραφῶν διάφορα χειρόγραφα, ποὺ τοῦ παράγγελναν κάποιες μονὲς ἢ συνοδεῖες μοναχῶν ἢ καὶ μοναχοί. Ἡ ἀναστροφὴ καὶ ὑποταγὴ στὸ γέροντα μοναχὸ Ἀρσένιο, τὸν ὁδήγησε πιὸ κοντὰ στὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς στόχους τῶν Κολλυβάδων ὄχι μόνον αὐτὲς γιὰ τὶς ὁποῖες διαφοροποιοῦνταν μὲ τοὺς ἄλλους καὶ δημιουργεῖτο ἡ ἀντιπαλότητα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνες κυρίως ποὺ πρέσβευαν ὡς πρὸς τὴ μοναχικὴ πολιτεία καὶ τὴν προσπέλαση πρὸς τὸ Θεό, δηλαδὴ τὴ νοερὰ προσευχή, τὴν ἄκρα ταπείνωση, τὴν ἐξουθένωση τῆς σάρκας, νὰ ζοῦν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ μόνον καὶ νὰ ποιοῦν τὸ θέλημά Του.
     Ἡ ἀρετὴ ὅμως ὅταν τὴν κατακτᾶ καὶ τὴν σαρκώνει ὁ ὁιοσδήποτε ἄνθρωποςεἶναι φῶς καὶ μαγνήτης καὶ ἕλκει πρὸς αὐτὴν κατὰ θαυμαστὸ τρόπο τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μὴν τὴν ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ ἀντισταθοῦν στὴν ἑλκτική της δύναμη. Ἡ ἁγιότητα, ποὺ εἶχε αρχίσει νὰ χαρακτηρίζει τὴν πολιτεία μαζὶ μὲ τὴν πανθομολογούμενη σοφία, ἀποτέλεσαν πόλους ἕλξης γιὰ τοὺς ἀσκούμενους στὸ Ὄρος μοναχούς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονταν ἐπισκέπτες προσκυνητές, ποὺ ἄρχισαν νὰ συρρέουν πρὸς τὸ Νικόδημο γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουν, νὰ ἀκούσουν μερικοὺς λόγους του, νὰ πάρουν τὴν συμβουλή του γιὰ τὰ προβλήματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν. Ἦταν τότε τριάντα χρονῶν. Αὐτὸ ἰδιαίτερα τὸν ἐνοχλοῦσε καθὼς ἐμπόδιζε, ἂν δὲν ματαίωνε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο βρισκόταν στὴν Καψάλα, δηλαδὴ τὴν ἀπόσπαση ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ κόσμου, τοὺς φιλοθέους στοχασμούς του. Ἐπιδίωκε μὲ κάθε τρόπο τὴ μόνωση, ὄχι μόνο γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τὴν ψυχή του, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φτάσει σὲ σημεῖο ὡριμότητας, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ καλλιέργεια τῶν ὁμογενῶν του τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακράν, νὰ μπορέσει νὰ ἀνυψωθεῖ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ εἶναι διδάσκαλος ἀρετῆς καὶ σοφίας. Ἔφευγε τὸν κόσμο γιὰ νὰ μπορεῖ καλλίτερα νὰ ὑπηρετήσει τὸν κόσμο.
     Ὁ διακαὴς πόθος του νὰ μὴν περισπᾶται ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ συνέρρεαν στὸ κελλί του, πραγματοποιήθηκε κατὰ θεία παραχώρηση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀποφασιστικότητα ποὺ τὸν διέκρινε. Αὐτὸ ποὺ ἀποφασίζει νὰ ἀναλάβει ἔχει τὸ χάρισμα νὰ τὸ ὁδηγεῖ σὲ πέρας μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο, εἷναι ἕνας ἀκαταπόνητος δημιουργὸς πνευματικῶν καρπῶν. Στὴν ἀρχὴ μαζὶ μὲ τὸ γέροντα Ἀρσένιο ταξίδεψαν καὶ διέμειναν στὴν ἐρημόνησο Σκυροπούλα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Σκύρο, γιὰ νὰ ἀσκηθοῦν αὐστηρότερα καὶ νὰ δοθοῦν ἀπερίσπαστοι ἀπὸ ὅ,τι ἄλλο στὸ Θεὸ ὁλοκληρωτικά. Ὁ γέροντας ὅμως πολὺ σύντομα ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ὁ Νικόδημος παρέμεινε μόνος στὴν ἔρημο καὶ ἐντελῶς ἀκοινώνητη νησίδα ἀφιερωμένος στὴν περισυλλογὴ καὶ τὴν προσευχή.
     «Ἐμοὶ δὲ ἀρτίως τὰς ἐν Ἄθῳ καταλιπόντα διατριβὰς καὶ συνάμα τῶ Ἄθω ἃς ὁ Ἄθως ἀηδόνας τρέφει πολλὰς καὶ καλὰς καὶ τὸ ἔρημον τοῦτο καὶ δεινῶς αὐχμηρόν τε καὶ ἄνυδρον ἤδη παροικοῦντι νησίδριον, ἐν ᾧ οὐχ ὅπως ἀηδὼν ὧπται ποτέ, ἀλλ᾿ οὐδὲ χελιδὼν δύναται νεοττεύειν πηλοῦ οὐχ ὑπάρχοντος, οὐθ᾿ ὅσος ἀποχρῇ εἰς κατασκευὴν καλλιᾶς· καὶ ἄλλου μὲν οὐδενὸς τῶν ὠδικῶν, γρηῶν καὶ μόνον ἐνηχουμένων» {ἀφοῦ ἐγκατέλειψα τὴ διαμονή μου στὸν Ἄθωνα πρόσφατα καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἄθωνα καὶ τὰ πολλὰ καὶ ὄμορφα ἀηδόνια ποὺ τρέφει ὁ Ἄθως καὶ αὐτὸ τὸ ἔρημο καὶ φοβερὰ καὶ ξηρὸ καὶ ἄνυδρο νησάκι κατοικῶ πλέον, στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ εἶδε ποτὲ κανεὶς ἀηδόνι, ἀλλὰ οὔτε καὶ χελιδόνι μπορεῖ νὰ κατασκευάσει ἐδῶ τὴ φωλιὰ γιὰ τὰ αὐγά του, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει λάσπη, οὔτε ὅσα χρειάζονται γιὰ νὰ κτίσει ἕνα χελιδόνι τὴ φωλιά του· καὶ δὲν ἀκούω τὸ τραγούδι κανενὸς ἄλλου ὠδικοῦ πτηνοῦ, παρὰ μόνο τὶς κραυγὲς ἀπὸ ἀγριοπερίστερα.}
     Καταθέτει ὁ ἴδιος γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἀντιμετωπίζει στὴ Σκυροπούλα. Γιὰ νὰ ζήσει προσπαθεῖ μόνος νὰ ὑπηρετήσει τὶς ἐλάχιστες ἀνάγκες του μὲ τὰ τίμια χέρια του. Ἔσκαβε, ἔσπειρε, φρόντιζε, συγκόμιζε, ἄλεθε μόνος γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φάγει τὸ ἐλάχιστο σιτάρι ἀναμεμιγμένο με νερό. «Τὸν ἐργατικὸν δὲ καὶ χειρωνακτικὸν βίον εἱλόμην, δικελλίτης γεγονὼς καὶ σκαπανεῦς, σπείρων, θερίζων καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἀλήθων καὶ τἄλλα πάντα ποιῶν οἷς ἡ πολυμάθεια χαρακτηρίζεται τῶν ἐρημονήσων ζωὴ καὶ πολυειδὴς περιπέτεια» {Διάλεξα τὴ ζωὴ νὰ ζῶ ἀπὸ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν μου καὶ ἔμαθα νὰ σκάβω καὶ μὲ δικέλλα καὶ μὲ σκαπάνη, νὰ σπέρνω νὰ θερίζω καὶ κάθε μέρα νὰ ἀλέθω καὶ νὰ κάνω ὅλα τὰ ἄλλα ἀπὸ τῶν ὁποίων τὶς πολλὲς γνώσεις χαρακτηρίζεται ἡ ζωὴ καὶ ἡ πολλῶν εἰδῶν περιπέτεια στὰ ἐρημόνησα}. Ὀ πόθος τῆς ἡσυχίας σ᾿ αυτὸν ὅμως εἶναι τόσο ἰσχυρός, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὁπωσδήποτε ἀναγκαία ἀπασχόληση νὰ τὸν δυσαρεστεῖ, ἀφοῦ τὸν ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν ἡσυχαστική του διάθεση. Τὸν ἐμποδίζει εἰς αὐτὸ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν διαθέτει κανένα σκέπασμα γιὰ νὰ προφυλάξει ἀπὸ τὸ ψύχος τὴν πολύπαθη σάρκα του καὶ αὐτὸ θὰ τοῦ δημιουργοῦσε σοβαρὰ προβλήματα ἂν ὁ κατὰ σάρκα ἐξάδελφός του δὲν τοῦ ἀπέστελλε ἀπὸ τὴν ἀπέναντι Κύμη μὲ πλοιάρια Κυμαίων τροφὲς καὶ σκεπάσματα, τὰ ὁποῖα εὐχαρίστως δέχθηκε «πεπλήρωμαι δεξάμενος διὰ τῶν ἐπαρχιωτῶν Κυμαίων τὰ παρ᾿ αὐτῶν ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς, θυσίαν δεκτὴν εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τά τε εἰς διατροφὴν καὶ τὰ εἰς σκέπην τοῦ σώματος συμβαλλόμενα... ἄνθρωπος γάρ εἰμι κἀγὼ καὶ ἄνθρωπος ἀσθενὴς καὶ σαρκικός, διπλοῦς ἐκ δύο οὐσιῶν ἐναντίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος καὶ χρήζω ὥσπερ λόγου θείου χάριτος εἰς τροφὴν καὶ σκέπην ψυχῆς, οὕτω βρώσεως καὶ σκεπάσματος εἰς τροφὴν καὶ σκέπην τοῦ σώματος».
     Ὁ Ἐπίσκοπος θὰ τοῦ ζητήσει νὰ συγγράψει βιβλίο συμβουλευτικὸ γιὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ἐνάσκηση τῶν καθηκόντων του. Ἀρχικὰ ἀρνεῖται κατηγορηματικὰ καὶ ἡ ἐπιστολή του ποὺ σώζεται ἀποδεικνύει πόσο καλὰ γνώριζε τὴν κλασικὴ ἑλληνικὴ Φιλολογία καὶ σκέψη, πόση ταπείνωση διέθετε, μὲ πόσες στερήσεις ζοῦσε, ὅταν ὁμολογεῖ ὅτι οὔτε βιβλίο ἔχει, οὔτε χαρτί, οὔτε μελάνι. Ὅμως ἐνῶ ἀρνεῖται νὰ συγγράψει τὸ Συμβουλευτικόν, εὑρίσκει - ἴσως τοῦ ἀπέστειλαν στὸ μεταξὺ τὴν ἀπαραίτητη γραφικὴ ὕλη- τὰ μέσα γιὰ νὰ συγγράψει ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα του τὸ «Περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων».
     Τὸ ἔργο αὐτὸ ἔγραψε ὅλο ἀπὸ μνήμης, χωρὶς νὰ διαθέτει κανένα βοήθημα ἢ βιβλίο, στὸ σύγγραμμά του δὲ αὐτὸ ὑπάρχει μέγα πλῆθος παραπομπῶν καὶ ὑποσημειώσεων, τὸ συνέγραψε μάλιστα τὶς ὧρες τῆς σχόλης ἀπὸ τὴ χειρωνακτικὴ ἐργασία, ὅπως ὁ ἴδιος ἀπερίφραστα ὁμολογεῖ. Τὸ χαρακτηρίζει καὶ τὸ θεωρεῖ ὑπομνηστικὸ καὶ ὄχι συμβουλευτικό, ὅπως τοῦ εἶχε ζητήσει ὁ Ἱερόθεος, ὁμολογεῖ τὴν ἀδυναμία του νὰ συγγράψει ἔργο μὲ συμβουλευτικὸ περιεχόμενο καὶ ζητεῖ ὅποια εὐχαριστία γιὰ τὰ ὅσα ἔγραψε νὰ ἀποδίδεται στὸ Θεό. Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἂς ἐπαινεῖται, ἀλλ᾿ ὄχι ὁ ἀσκητὴς καὶ ὁ καλόγερος.
     Ἀσκητικοὺς ἀγῶνες πραγματοποίησε πολλοὺς καθὼς ἔμεινε καὶ ζοῦσε στὴ Σκυροπούλα, δύο ὁλοκληρα χρόνια μόνος στὸ ἐρημονήσι αὐτὸ τοῦ κεντρικοῦ Αἰγαίου, μετὰ τὰ ὁποῖα ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τότε δέχθηκε τὸ μεγάλο σχῆμα καὶ παρέμεινε μόνος σὲ ἕνα ἐρημωμένο κελλί. Πολὺ σύντομα ὅμως πλῆθος μοναχῶν ἦλθαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν γύρω ἀπὸ τὸ κελλί του γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ἢ νὰ τὸν ἀκούουν καὶ νὰ φωτίζονται ἀπὸ τὶς πνευματικές του νουθεσίες. Λίγους μῆνες ἀργότερα τὸν ἐπισκέφθηκε πάλιν ὁ διδάσκαλος καὶ φίλος του Ἐπίσκοπος Μακάριος γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ παραφράσει τὰ Ἅπαντα τοῦ ἁγίου Συμεῶνος τοῦ νέου Θεολόγου, ἔργο ποὺ μὲ μεγάλη προθυμία ἀνέλαβε καὶ τὸ ὁλοκλήρωσε, ὥστε νὰ παραπονεῖται στοὺς γνωρίμους του πολλὲς φορὲς γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπισκέπτονταν προσήρχοντο μὲ ποικίλα προβλήματα καὶ πνευματικὲς ἀνάγκες ἀποφάσισε καὶ συνέγραψε τὸ μοναδικὸ στὸ εἶδος του μέχρι σήμερα «Ἐξομολογητάριον» γιὰ νὰ βοηθήσει τόσον αὐτοὺς ποὺ ἐξομολογοῦν, ὅσο καὶ ὅσους ζητοῦν νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἀμέσως μετὰ ἀνέλαβε νὰ συνθέσει καὶ νὰ ἐκδώσει τὸ «Θεοτοκάριον», βιβλίο ποὺ περιεῖχε τοὺς κανόνες ποὺ συνέθεσαν εἰς ὅλους τοὺς ἤχους διάφοροι Ὑμνογράφοι πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, βιβλίο χρήσιμο γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες τῆς ὀρθοδόξου λατρείας.

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ θὰ συγγράψει δυὸ ἀκόμα πνευματικώτατα καὶ ἐποικοδομητικὰ διδακτικὰ βιβλία, τὸν «Ἀόρατον Πόλεμον» καὶ τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα». Ἀγωνίζεται συνεχῶς διὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἄγρυπνα καὶ ἐπίπονα ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διατηρήσει καὶ ἐπαυξήσει τὴν ἀρετήν του, νὰ ἀποκρούσει τὶς θεολογικὲς πλάνες, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν πιὸ σοβαρὸ κίνδυνο γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ κατ᾿ ἀναπόδραστο συνέπεια καὶ τοῦ Γένους. Γράφει καὶ ἐκδίδει μόνον γιὰ νὰ οἰκοδομεῖ, νὰ φωτίζει, νὰ στηρίζει τὶς ψυχές, ὅπως ἔχει χρέος κάθε ποιμένας.
     Ἐνῶ ὅμως πλουτίζει πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς τονώνει ψυχικά, δυναμώνει τὸ φρόνημα, ὁ ἴδιος μένει σὲ ἔσχατη ὑλικὴ πτωχεία καὶ ταπείνωση. Ἄλλοι τὸν στεγάζουν στὸ κελλί τους, ἄλλοι τὸν συντηροῦν, μιὰ ποὺ ἡ ἀγάπη δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὸν κόσμο μας, ἀπὸ τὸν ἁγιασμένο τόπο τοῦ Ἄθωνα. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς γεμάτης ἀγώνα καὶ ἀγωνία, προσευχὴ καὶ ἄθληση, σκληραγωγία τῆς σάρκας καὶ πλουτισμὸ τοῦ πνεύματος ζωῆς του, πάντα εὕρισκε στοργὴ καὶ περιποίηση, γιατὶ ἁπλὸς καὶ ἀνεξίκακος, γλυκὺς καὶ χαρούμενος, ἀκτήμων καὶ ἀπερίσπαστος συγκινοῦσε καὶ μαγνήτιζε τοὺς συμμοναστές του. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξει πολλοὺς τόσον πολύγραφους συγγραφεῖς, τόσον ἀφιερωμένους ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀποκάλυψη, περιφρούρηση καὶ προστασία τῶν ἀληθειῶν της, ἀγωνιστὴ καὶ δάσκαλο, ὅσιο καὶ σοφό, φιλόσοφο καὶ μαχητή, θρησκευτικὸ ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἐθνικὸ ἄνδρα, ἐραστὴ διακαῆ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὁραματιστὴ τῆς ἀναστάσεως τοῦ σκλαβωμένου Γένους του, ὅσον αὐτόν.
     Δέκα χρόνια ἔχει στὸ Ὄρος ὅταν ξεσπᾶ κατακραυγὴ ἐναντίον του γιὰ τὸ ἔργο του «Περὶ συνεχοῦς θείας Μεταλήψεως» καὶ οἱ ἰδεολογικὰ ἀντίπαλοι τῶν Κολλυβάδων τὸν κατηγοροῦν ὡς αἱρετικό, ὅτι ἀναταράσσει τὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας. Δυστυχῶς πολλοὶ μοναχοὶ τότε κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηριών τρεῖς ἢ τέσσαρες φορὲς τὸ χρόνο καὶ τοὺς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπόλυτα σύμφωνη μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ πρακτικὴ ἄποψη τοῦ συμμοναστοῦ τους. Γιὰ νὰ ἐξοντώσουν αὐτὸν καὶ τὴ διδασκαλία του ἐπινόησαν σωρὸ ἀπὸ ἀνυπόστατες κατηγορίες γεμάτες ἀπὸ κακοήθεια. Εἴκοσι δυὸ χρόνια ταλαιπωρήθηκε ὁ Ἅγιος ἕως ὅτου ἡ Ἱερἀ Κοινότητα τὸν κηρύξει «ὀρθοδοξώτατον καὶ τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμον», χρόνια γεμάτα ἀπὸ θλίψεις, καταφρόνηση καὶ διωγμούς, ποὺ δὲν στάθηκαν ὅμως ἀρκετά, ὥστε νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά του. Κατὰ τὸ μακρὸ αὐτὸ χρονικὸ διάστημα, ποὺ φθάνει σχεδὸν μέχρι τὴν ἐκδημία του, ὁ μοναχὸς Νικόδημος ὡς ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Κυριοῦ του διατηροῦσε τὴν εἰρήνη στὴν ψυχή του καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συκοφάντες ἀντίπαλους τῶν ἰδεῶν του, δὲν ἐκάμπτετο, οὔτε ὑπέστελλε τὸν ἀγώνα του ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἀσκήσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ὀρθόδοξου Γένους, δὲν ἔπαυσε νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴ συγγραφὴ καὶ νὰ παράγει βιβλία μεστὰ ἀπὸ σοφία, καρποὺς ἐπίπονου ἔργου.
     Στὴν ἔρημο τῆς Καψάλας κατόρθωσε νὰ συγκεντρώσει χειρόγραφα ὅλα τὰ ἔργα τοῦ μεγάλου νεώτερου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, νὰ τὰ τακτοποιήσει, νὰ συγγράψει προοίμιο καὶ σημειώσεις σὲ ὅλα καὶ τὰ ἀπέστειλε στὸ τυπογραφεῖο τῶν Μαρκιδῶν Πουλίου στὴ Βιέννη γιὰ νὰ τα τυπώσουν. Δυστυχῶς τὸ χειρόγραφο ἔγινε ἄφαντο, γιατὶ στὸ τυπογραφεῖο αὐτὸ ἐκτυπώνονταν καὶ οἱ ἐπαναστατικὲς προκηρύξεις τοῦ Ῥήγα Βελεστινλῆ καὶ ἡ Αὐστριακὴ Ἀστυνομία τὸ κατέστρεψε ὁλόκληρο, ἡ ἀπώλεια δὲ τοῦ ἔργου συγκλόνισε τὸν Νικόδημο. Τώρα εἶχαν σειρὰ οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ Κανόνες, ἡ ἑρμηνεία τους καὶ ἡ συμφωνία αὐτῶν ποὺ ἐμφανίζονταν νὰ μὴ συμφωνοῦν. Τὸ ἔργο του αὐτὸ μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο μέχρι σήμερα στὴν πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κυριολεκτικὰ τὴν ὅπλισε γιὰ τὴ ζωή της καὶ τὴ σχέση της μὲ τὸν κόσμο ὀνομάσθηκε ἀπὸ τὸ συγγραφέα του ΠΗΔΑΛΙΟ καὶ ἀφοῦ ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ἔστειλαν στὴ Βιέννη μαζὶ μὲ τὰ χρήματα ποὺ συγκέντρωσαν στὸν Ἄθωνα γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, γιὰ νὰ τὸ ἐκτυπώσουν καὶ κυκλοφορηθεῖ. Δυστυχῶς ψευδάδελφος ἐπέτρεπε στὸν ἑαυτό του νὰ ἀλλοιώσει σὲ ὁρισμένα σημεῖα τὶς ἀπόψεις τοῦ Νικοδήμου, ποὺ πολὺ ἐνοχλήθηκε μὲν καὶ πικράθηκε ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια τοῦ φίλου του, δὲν ἔπαυσε ὅμως καὶ νὰ συγγράφει γιὰ νὰ φωτίζει τὸ Γένος καὶ νὰ περιχαρακώνει καὶ πλουτίζει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, νὰ ἀσκεῖται, ὥστε νὰ φθάσει σὲ δυθεώρητο ὕψος πνευματικότητας.
     Ἐνῶ ἔγραφε καὶ δίδασκε συνεχῶς αὐτοὺς ποὺ τὸν συναντοῦσαν, πολὺ μικρὴ φροντίδα, ἴσως καμία δὲν κατέβαλλε γιὰ νὰ τρώγει, νὰ ἐνδύεται. Συντηροῦσε τὸ σῶμα του μὲ ἐλάχιστη τροφή, ἦταν μόνιμα ρακένδυτος καὶ μόλις ὑποδεδεμένος. «Ἡ ζωοτροφία του πότε μὲν ὀρύζιον νερόβραστον, πότε δὲ νερωμένον αὐτό, ἀλλὰ καὶ φερέοικος ἀκτήμων ἅγιος, πότε κατώκει εἰς μίαν καλύβην, πότε εἰς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ μὴ συνδέεται μὲ τὰ πράγματα». Ἦλθε καὶ διέμενε στὴν Καλύβη τοῦ ἁγίου Βασιλείου μὲ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κολλυβάδων, ποὺ καὶ τὴν συγγραφή, ἀλλὰ καὶ πολλὴ ἡσυχία καὶ ἄσκηση τοῦ ἐπέτρεπαν. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ στὴν Καλύβη συνέγραψε τὰ περισσότερα ἀλλὰ καὶ σπουδαιότερα ἀπὸ τὰ ἔργα του, ὅπως τὴν «Χρηστοήθειαν», τὸν «Κῆπον τῶν Χαρίτων», τὸ «Ἐκλόγιον» καὶ τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον». Σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο συγκέντρωσε τὶς πιὸ γνωστὲς καὶ δραματικὲς βιογραφίες νεομαρτύρων, δηλαδὴ Χριστιανῶν ποὺ μαρτύρησαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας γιὰ νὰ τὶς παρουσιάσει στοὺς Χριστιανοὺς ὡς ζωντανὰ καὶ ἐπαγωγὰ παραδείγματα γιὰ τὴν ἀνάγκη έπιμονῆς καὶ ἐγκαρτέρησης, ἐμμονῆς στὴν ὀρθόδοξο πίστη τους μὲ τὸ οἱοδήποτε τίμημα. Στὴ συγκέντρωση καὶ ἔκδοση ὁδηγήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἔνταση καὶ ἔκταση τῶν ἐξισλαμισμῶν στὶς ἑλλαδικές, ἀλλὰ καὶ τὶς βορειότερες περιοχὲς τῆς ὑπόδουλης Βαλκανικῆς, γεγονὸς ποὺ εἶχε συγκινήσει, ἴσως καὶ ἀναστατώσει ἄλλους, αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μονὴ τῆς μετανοίας του λίγους μῆνες ἀφότου προσῆλθε καὶ νὰ ἐπιχειρήσει ἀλλεπάλληλες ἀποστολικὲς περιοδεῖες. Γράφει στὸν Πρόλογο τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου ὁ Ἅγιος. «Μὴ σᾶς φοβίσουν, ἀδελφοί, τὰ ἄγρια πρόσωπα τῶν τυράννων, οὔτε τὸ πλῆθος αὐτῶν, οὔτε οἱ φωνές τους, οὔτε οἱ φοβέρες τους. Μὴ σᾶς φοβίσουν οἱ πληγές, οἱ σπαθιές, οἱ ἁλυσσίδες, οἱ φυλακές. Μὴ σᾶς φοβίσουν οἱ φοῦρκες, τὰ τσεγγέλια, οἱ πυρκαϊές. Ὅθεν καὶ ὁ Κύριος σᾶς παραθαρρύνει λέγων. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι». Κατὰ τὴν ἀλήθειαν ἕνα οὐδὲν λογίζεται τὸ νὰ θυσιάση τινὰς ὄχι μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἀλλὰ χιλίας ζωάς, μόνο νὰ κερδίσει μίαν τοιαύτην θεοπρεπῆ ἀξίαν καὶ δόξαν».
     Ἀναδεικνύεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ συγγραφικό του ἔργο ἕνας πλατὺς καὶ φωτισμένος νοῦς, ποὺ δὲν ἔχει στραμμένους τοὺς ὀφθαλμούς του μόνον στὸν Οὐρανό, δὲν τὸν ἀπασχολεῖ μόνον ἡ σωτηρία τοῦ προσώπου, τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ ἔχει διαρκῶς τὸν νοῦν του καὶ στὴ σκλαβωμένη πατρίδα καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἀδελφούς του, γιὰ ὅλους ἐργάζεται καὶ προσεύχεται μὲ τὰ γεγυμνωμένα δάκτυλα τοῦ μοναχοῦ, τῆς γραφίδας του τὴ μοναδικὴ δύναμη. Αἰσθάνεται νὰ τὸν διαβρώνει ὁ πόθος γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῶν ὑπόδουλων ἀδελφῶν του, ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν διαφύλαξη τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἱερῶν τῆς φυλῆς. «Σᾶς πληροφοροῦμεν, ἀδελφοί, ὅτι δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν σᾶς παιδεύουν μὲ τὰ βαρέα δοσίματα καὶ μὲ τὰ ἄλλα κακά, πάρεξ διὰ νὰ βαρεθῆτε, νὰ χάσετε τὴν ὑπομονήν σας καὶ ἔτζι νὰ ἀρνηθῆτε τὴν πίστιν σας καὶ νὰ δεχθῆτε τὴν ἐδικήν των θρησκείαν. Ὅθεν καὶ ἐσεῖς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἠξεύροντας, φυλαχθῆτε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, φυλαχθῆτε διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν σας, νὰ μὴν σᾶς κλέψουν τὸν θησαυρὸν τῆς ἁγίας σας πίστεως, τῆς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος μὲ ὅλας του τὰς δόξας καὶ ἀναπαύσεις καὶ τὰ βασίλεια δὲν εἶναι ἀντάξιος». Προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ περιφρουρήσει καὶ σώσει τοὺς Ἑλληνορθόδοξους ἀδελφούς του ἀπὸ τὸν ἐναγῆ καὶ ψυχώλεθρο Μωαμεθανισμὸ καὶ παρακαλεῖ τοὺς ἁγίους Νεομάρτυρες τῆς πίστεως νὰ δυσωπήσουν τὸν Θεὸ νὰ μακρύνει τὸν θυμό του ἀπὸ τὸ Γένος.
Οἱ προσευχὲς καὶ τὸ ἔργο του δὲν ἔμειναν χωρὶς ἀνταπόκριση ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ μετὰ ταῦτα ἐθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε´ βρίσκεται ἐξόριστος στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ μία περίοδο ἐκπτώσεως ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο καὶ μονάζει κοντὰ στὸ κελλί, ὅπου διαμένει ὁ Νικόδημος. Στὸν ἐξόριστο Πατριάρχη καταφεύγει πλῆθος μετανοημένων ἐξωμοτῶν, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐλαφρὰ τὴ συνείδηση πρόδωσαν τὴν πίστη τους, ἔγιναν Μωαμεθανοὶ καὶ τώρα μετανόησαν. Ὁ Γρηγόριος, σημαντικὴ πνευματικὴ φυσιογνωμία, ἀφοῦ τοὺς συμβουλεύει γιὰ λίγο, τοὺς προωθεῖ στὸν ξακουστὸ καὶ ἀπαράμιλλο διδάσκαλο Νικόδημο γιὰ νὰ τοὺς παραμυθήσει καὶ ἰατρεύσει, γιὰ νὰ τοὺς προσθέσει καὶ πάλι στοὺς κόλπους τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
     Μάχεται παρὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματός του γιὰ τὴν ψυχὴ ὅλων καὶ γιὰ τὴ δική του. Ἔχει μόλις ὑπερβεῖ τὰ πενήντα χρόνια, συμπληρώνει εἴκοσι πέντε ἀσκητὴς στὸν Ἄθωνα, περίοδο γεμάτη ἀπὸ νηστεία, ἄσκηση, προσευχὴ καὶ συγγραφὴ γιὰ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἑλληνορθόδοξου πληρώματος καὶ στήριξη τῆς πίστης του, ἀποτελεῖ σπουδαῖο κεφάλαιο γιὰ τὸ Γένος, καθὼς πολλοί, πάρα πολλοὶ ἔρχονται νὰ τὸν ἀκούσουν, νὰ τοὺς ὁδηγησει. Ὁ νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ὁ Ὑδραῖος δέχεται ἀπὸ τὸν ὀστεώδη ρακένδυτο γέροντα τὴν κατήχηση, αὐτὸς τὸν ἐμψυχώνει γιὰ νὰ βαδίσει θαρραλέος πρὸς τὸ μαρτύριο καὶ κατόπιν θὰ συγγράψει καὶ θὰ μᾶς κληροδοτήσει τὸ βίο καὶ τὴν ἀκολουθία του. Ἡ σοφία καὶ ἡ πειθὼ τῶν λόγων του παράλληλα μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἠθικὴ ἀκτινοβολία σαγηνεύουν ὅλους, ἀκόμα καὶ ἀλλόδοξους καὶ αἱρετικούς, θὰ προσελκύσει στὴν Ὀρθοδοξία Ῥωμαιοκαθολικούς.
     Θαυμαστὴ συνεργασία εἶχε γιὰ τὸ καλὸ τοῦ Γένους μὲ τὸν προσωρινὰ ἔκπτωτο Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε´, μαζὶ ὁραματίζονται τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους, ταυτόχρονα ἢ κατόπιν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθική του ἀνάπλαση. Οἱ σκληροὶ ἀγῶνες του κατὰ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνα τούτου καὶ ἡ διαρκὴς νηστεία στὴ ζωή του, ἡ συνεχὴς καταπόνησή του μὲ τὴ μελέτη καὶ ἰδίως μὲ τὴ συγγραφὴ λύγισαν πρόωρα τὸν χαλκέντερο ὅσιο, τὸν ἔκαμψαν σωματικά, κλόνισαν σοβαρὰ τὴν ὑγεία του. Συναισθάνθηκε τὴν ἀδυναμίαν του, τὴν ἀνάγκη νὰ τὸν φροντίζουν καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦρθε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὶς Καρυές, στὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων, Κολλυβάδων ἀδελφῶν του, ποὺ μὲ ἀνυπόκριτη ἀγάπη τὸν ὑποδέχτηκαν καὶ μὲ ἀφοσίωση τοῦ προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες ποὺ χρειαζόταν. Δὲν ἦταν γέροντας, μὰ εἶχαν γεράσει τὸ σῶμα του οἱ ταλαιπωρίες, στὶς ὁποῖες τὸ ὑπέβαλλε. Στὸ κελλὶ δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν γηροκομήσουν ἄλλωστε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθεῖ ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες, ἀναγκαῖες ὅμως, φροντίδες γιὰ τὴ ζωή. Δύο ὁλοκληρα χρόνια μὲ κλονισμένη τὴν ὑγεία καὶ μειωμένες τὶς δυνάμεις ἐργάσθηκε γιὰ νὰ διορθώσει μὲ ἐργατικότητα καὶ ἐπιμονὴ ποὺ καταπλήσσουν τὸν Συναξαριστὴ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους. Ὅσο αἰσθανόταν ὅμως τὶς σωματικές του δυνάμεις νὰ τὸν ἐγκαταλείπουν, τόσο τὸν ἐνοχλοῦσε ἡ θαλπωρὴ καὶ ἀγάπη, ποὺ τοῦ πρόσφεραν οἱ Σκουρταῖοι καὶ αὐτὸ τὸν ὁδήγησε ἀπὸ λεπτότητα περισσότερο γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐπιβαρύνει νὰ ἐπιστρέψει στὸ κελλί του στὴν Καψάλα, ὅπου θὰ τὸν φρόντιζε ἕνας μοναχὸς γείτονάς του.
     Ἡ κατακραυγὴ καὶ οἱ συκοφαντικὲς ἐπιθέσεις ἐναντίον του ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικοὺς ἀντιπάλους τῶν Κολλυβάδων δὲν εἶχαν σταματήσει ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, ἀντίθετα τὰ χρόνια αὐτὰ ἐντάθηκαν σὲ σημεῖο ποὺ νὰ ὑποχρεώσουν τὴν Ἱερὰ Κοινότητα νὰ ἀσχοληθεῖ ξανὰ μὲ τὴν ὑπόθεση τοῦ ὁσίου Γέροντα καὶ νὰ τὸν προστατεύσει μὲ ἐπιστολή της πρὸς ὅλους τοὺς ἁγιορεῖτες μοναχούς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὄχι γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιὰ νὰ στηρίξει τὴν πίστη του καὶ τὸ κύρος τῶν ἱερῶν παραδόσεων ἀπάντησε σὲ μερικὲς συκοφαντίες μὲ εὐπρέπεια καὶ ἠρεμία γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς αδελφοὺς ποὺ βρίσκονταν σὲ πλάνη νὰ ἐπανεύρουν τὴν ὀρθὴ ἄποψη καὶ νὰ ὠφεληθοῦν.

Ταυτοχρόνως τραυματισμένος σωματικὰ ἀπὸ τὴν κακουχία ἔχει τὴν ψυχικὴ δύναμη καὶ τὴν πνευματικὴ διαύγεια νὰ συγγράψει τὸ ὀγκώδες Ἑορτοδρόμιο καὶ τὴ Νέα Κλίμακα, ποὺ καταδεικνύει πόσον ἀπαράμιλλος θεολογικὸς νοῦς ὑπῆρξε. Ἔγραφε ἀλλὰ ἀναλωνόταν. Ὁ ἐν μοναχοῖς ἀδελφός του Εὐθύμιος γράφει: «Ὅταν ἤρχισε νὰ καυχᾶται τὸ πτωχὸν Γένος μας καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Θεὸν ὁποῦ τοῦ ἐχάρισε τοιοῦτον ἀπλανῆ φωστῆρα εἰς τοσοῦτον δυστυχισμένον καιρόν, ὅπου ἐξάπλωσεν ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀνευλάβεια εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ μέρη τῆς γῆς, τοιοῦτον ὁδηγὸν τῶν πλανωμένων καὶ παραμυθίαν τῶν θλιβομένων...ἐπλήθυνεν ἡ ἀσθένειά του». Ἐπὶ τρεῖς μῆνες ἡ κατάστασή του χειροτέρευε συνεχῶς, οἱ δυνάμεις του τὸν ἐγκατέλειπαν, ἄρχισε νὰ μὴν ἀκούει, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βαδίζει καὶ νὰ ὁμιλεῖ ἄνετα. Ὁ ἴδιος μὲ χαρὰ ἔβλεπε νὰ πλησιάζει τὸ τέλος του, ὅταν ὅλους τοὺς φίλους του τοὺς συνεῖχε ὁ φόβος καὶ ἡ θλίψη. Ἐτέλεσαν εὐχέλαιο, ἐξομολογήθηκε, ἐκοινώνησε, ὅπως καθημερινὰ σχεδὸν τὶς τελευταῖες ἡμέρες καὶ προσπαθοῦσε μὲ δυσκολία νὰ ἐπαναλαμβάνει τὴ μοναχικὴ προσευχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ ἐλέησόν με».
     Μὲ ἐντελῶς ὁσιακὸ τρόπο, ἀφοῦ εὐχήθηκε καὶ προσευχήθηκε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, προσκύνησε τὰ λείψανα τῶν ἁγίων ποὺ βρίσκονταν στὸ κελλί, κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ καὶ ἐγκατέλειψε αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ νὰ ἀναλύσει καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι τὴν αὐγὴ τῆς 14ης Ἰουλίου 1809. Ὁλόκληρο τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπένθησε καὶ ἐθρήνησε, γιατὶ αισθάνθηκε ὀρφανεμένο. Ἕνας ἁπλὸς τάφος ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν ἀγαπημένων του ἀδελφῶν Σκουρταίων δέχθηκε τὸ ταλαιπωρημένο σῶμα του, μετὰ ἀπὸ ἑξήντα χρόνων ἐπίγεια παρουσία. Ἔκτοτε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ κοντὰ στὸ Θεό, ποὺ ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε, δυσωπεῖ γιὰ τὸ Γένος του, ἔκτοτε ἡ ἀποταμιευμένη στὰ ἔργα του σοφία ὁδηγεῖ καὶ φωτίζει καὶ κατευθύνει τὸν Ἑλληνορθόδοξο κόσμο εἰς νομὰς σωτηρίους. Λύει ἀπορίες καὶ προλαμβάνει ὀλισθήματα, γιατὶ ἐκπροσωπεῖ λαμπρὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μεσότητα, ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστικότητα ὡς πρὸς τὸ ἀδιαπραγμάτευτο τῶν ἀληθειῶν της.
     
Ὑπῆρξε ὁ Νικόδημος ἐφάμιλλος τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ διδάσκαλος τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μολονότι μοναχός, ἂν καὶ ἔζησε μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του, ὅμως μὲ τὶς πνευματικὲς προσφορὲς καὶ μὲ τὶς προσευχές του βρίσκεται ὅσο λίγοι ἄλλοι τόσο στενὰ δεμένος μὲ τὸ ὑπόδουλο Γένος τῶν Ἑλληνορθοδόξων, ἡ μέριμνα γιὰ τὸ ὁποῖο φλόγιζε τὴν ψυχή του, ἔγινε ὁ φωτιστὴς καὶ παιδαγωγός του. Μὲ τοὺς λόγους του καὶ τὸ παράδειγμά του πυρπόλησε τὴν ψυχὴ μυριάδων ἀδελφῶν του, μὲ τὶς ἰδέες τῆς πίστεως, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐλπίδας, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἐπιμονῆς. Πρόσφερε στὸ Γένος καὶ τὴν Ἐκκλησία τόσα ὅσα κανεὶς ἄλλος σύγχρονος καὶ μεταγενέστερος. Πολυμερὴς στὰ διαφέροντά του, ἰσχυρὴ φυσιογνωμία, διδάσκαλος τοῦ Γένους ὅσον ἐλάχιστοι ἄλλοι καὶ ἂς μὴ δίδαξε ποτὲ καὶ πουθενὰ κατὰ κυριολεξία, ὑμνητὴς καὶ λάτρης τῆς Ἐλευθερίας, κρυστάλλινης ἀρετῆς, ἀρνητὴς καὶ πολέμιος τῆς ἁμαρτίας, ἄνδρας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐλογεῖ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο του καὶ ἐξαποστέλλει γιὰ νὰ ἀναζωπυρώσουν μὲ τὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς τους τὶς ψυχὲς τῶν καθημερινῶν ἀνθρώπων, νὰ τοὺς ὑπενθυμίσουν τὸ δρόμο τῆς ἀρετής, τῆς ἠθικῆς τελειώσεως, τῆς σωτηρίας. καὶ τὸ ἑλληνικὸ Γένος περισσότερο, γιατὶ τὸ στήριξε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὰ συγγράμματά του, μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὴν ἀρετή του. Τὸ ὁδήγησε, τὸ κραταίωσε λίγα χρόνια- δώδεκα- πρίν ἀποδυθεῖ δυνατὸ καὶ ἐμψυχωμένο στὸν ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας ἀγώνα. Ἡ ἁγία μορφή του ἀσφαλῶς καὶ θὰ πτερούγιζε πάνω ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη πορεία τοῦ Γένους του πρὸς τὴ λύτρωση. Ἀπροσδιόριστη θὰ παραμείνει ἡ τεράστια συμβολή του στὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ συγκρότησή του, αὐτοῦ τοῦ ὁδηγοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς ὀρθοπραξίας, αὐτοῦ τοῦ μανικοῦ ἐραστῆ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ Οὐρανοῦ. Τὰ ἔργα, ὅταν μάλιστα ὁ χρόνος τὰ σέβεται καὶ τὰ ἀφθαρτίζει, διδάσκουν πολὺ πιὸ πειστικὰ καὶ ἀποτελεσματικὰ ἀπὸ τοὺς λόγους.

ΠΗΓΗ :  

Κωστὴς Κούκης, ἀπό τὸ βιβλίο
«ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ: ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΡΙΟΣ, ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ».
Ἀθήνα 2005: Ἐκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ.