Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
























ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : ΛΑΪΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ '40


«Νά σᾶς θυμίσω κάτι ἱστορικό, ἐγώ τό ἔζησα, ἤμουνα παιδάκι, τόν ἄνανδρο καί ἀσεβῆ τορπιλισμό τῆς «Ἕλλης», τό καταδρομικό πλοῖο πού εἴχαμε μέσα στό λιμάνι τῆς Τήνου τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς Της. Ξέρετε γιατί νικήσαμε τούς Ἰταλούς; Νά σᾶς πῶ γιατί. Γιατί πολέμησε μαζί μας ἡ Θεοτόκος, γιά νά ξεβγάλει τήν προσβολή πού Τῆς ἔκαναν στή γιορτή Της. Καί ἄν θέλετε, δέν τό λέω ἐγώ αὐτό, τό ἔχω ἀκούσει ἀπό στρατιωτικά χείλη αὐτό!».
(Σειρά Α’, ὁμιλία 102η)

«Θυμᾶμαι κάτι ἐντελῶς προσωπικό, στή διάρκεια τῆς πολεμικῆς συρράξεως τό ’40 - ’41 ὅλος ὁ λαός ἔτρεχε στήν

ἐκκλησία, σέ ἑσπερινούς, ὄρθρους κτλ. Καί μάλιστα θυμᾶμαι, Πάσχα γιορτάσαμε ὄχι μεσάνυχτα, γιατί ἁπλούστατα ἀπηγορεύετο ἡ κυκλοφορία ἐν καιρῷ νυκτός, καί βέβαια ἔγινε ἡ ἀκολουθία τοῦ Πάσχα τό πρωί. Καί μάλιστα, ὄχι μόνο κατά τή διάρκεια τοῦ ἑλληνο-ἰταλικοῦ πολέμου, ἀλλά καί κατά τή διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς».
(Ἠσαΐας, ὁμιλία 78η)

«Στήν Ἀθήνα, ἀπό τήν κατοχή, πού ἀπαγορευόταν νά γίνει τό Πάσχα τά μεσάνυχτα γιά λόγους πολεμικούς καί τά φῶτα ἀπαγορεύονταν, ὑπῆρχε συσκότιση καί ἡ προσέλευση στήν ἐκκλησία ἀπαγορευόταν, ἀφοῦ μετά τίς ἑπτά-ὀκτώ, ἀνάλογα μέ τίς καταστάσεις, ἀπαγορευόταν νά βγεῖ κανείς στούς δρόμους. Καί μετά τίς ἕξι-ἑπτά τό πρωί ἐπιτρεπόταν νά κυκλοφοροῦμε. Πῶς θά πηγαίναμε λοιπόν; Δέν ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τά μεσάνυχτα στίς ἐκκλησίες, ἔγινε τήν Κυριακή τό πρωί, ὅπως γινόταν ἡ Λειτουργία. Θυμᾶμαι λοιπόν, εἶχαν φύγει ὅλοι οἱ δικοί μου γιά τήν ἐκκλησία, Κυριακή πρωί γιά τό Πάσχα, εἴχαμε κάτι ζωντανά, εἶχα μείνει τελευταῖος, γιά νά περιποιηθῶ τά ζωντανά καί πῆγα νά ἀνοίξω τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, γιά νά φύγω καί ἐγώ. Τί νά σᾶς πῶ! Ἀκούγεται ἕνα πατατράκ, δηλαδή ἕνας βομβαρδισμός τοῦ Τατοΐου, Κηφισιά μέναμε ἐμεῖς, κοντά συνεπῶς τό Τατόι. Ἦταν ἄλλο πρᾶγμα! Βόμβες καί ἀντιαεροπορικά. Ὁπότε, ἐκείνη τήν ὥρα ἄνοιγα τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. Τήν ξανακλείνω, ποῦ νά βγῶ ἔξω! Τά βλήματα ἀπό τά ἀντιαεροπορικά ἔπεφταν σά βροχή. Τή νύχτα δέ, φαίνονταν κόκκινα, πυρωμένα. Ποῦ νά βγεῖς ἔξω! Πέστε μου, μποροῦσε νά ἐπηρεάζει δυσμενῶς μία τέτοια κατάσταση τῶν λαῶν πού ἔχουν πόλεμο τούς πιστούς νά λατρέψουν μέ ἐξωτερική εἰρήνη τό Θεό; Ἐδῶ ζητᾶμε μία εὐστάθεια, μία καλή λειτουργία τοῦ κόσμου».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 194η)

«Ἡ πεῖνα, ἀγαπητοί μου, εἶναι κακός σύμβουλος. Τό ἔχω πεῖ αὐτό σέ ὅλες τίς δεκαετίες τῆς ζωῆς μου, γιατί εἶδα τί θά πεῖ πεῖνα. Κακός σύμβουλος, διότι μετέρχεται τίς πιό ἀθέμιτες καταστάσεις καί παραδίδεται στά φοβερότερα πάθη, ὅπως ἡ προδοσία, ἡ δολοφονία, ἡ πορνεία, καί οὕτω καθ’ ἑξῆς».
(Ἰεζεκιήλ, ὁμιλία 7η)

«Στίς 27 Ἀπριλίου μπῆκαν οἱ Γερμανοί στήν Ἀθήνα. Ξεχνιοῦνται αὐτά; Εἶχα δεῖ Γερμανούς νά περνοῦν ἀπό τήν Κηφισιά. Κηφισιώτης εἶμαι, στήν ὁδό Μαραθῶνος. Ἦταν μέ μοτοσικλέτες. Εἶδα τούς πρώτους Γερμανούς νά μπαίνουν, τούς εἶδα. Βουβοί. Κανείς δέν τούς πείραξε. Τίποτε, βουβοί. Καί τότε, τό ’41, τόν Ἀπρίλιο πού μπῆκαν, τό καλοκαίρι τοῦ ’41, εἴχαμε τρόφιμα ἀκόμη. Κατά τόν Ἰταλικό πόλεμο δέν εἴχαμε. Δελτίο, ὅσοι θυμοῦνται. Τό καλοκαίρι τοῦ ’41 περάσαμε καλούτσικα. Πηγαίνοντας πρός τό χειμῶνα, ἀγαπητοί μου, ἦταν κάτι φοβερό! Ἄρχισε ἡ πεῖνα, ἡ πεῖνα τελείωσε τό καλοκαίρι. Δέν ὑπῆρχε πιά τίποτε … , τί νά θυμηθῶ ἀπό ἐκείνη τήν πεῖνα; Νά σᾶς πῶ ὅτι σέ κάποια περιβόλια τῆς Κηφισιᾶς καλλιεργοῦσαν κάποιες λαχανίδες, ὄχι λάχανα. Ἔκανε κάτι πολύ μεγάλες λαχανίδες, καί οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν λαχανίδες! Ἔμεινε περιώνυμος ἡ λαχανίδα τοῦ ’41. Χωρίς λάδι. Ξέρετε πολύ καλά τί σημαίνει νά μήν τρῶς λάδι καί νά τρῶς μόνο χόρτα. Ἐκεῖ πού ἔβλεπες τούς ἀνθρώπους νά ἀδυνατίζουν, νά ἀδυνατίζουν, νά ἀδυνατίζουν, σέ μιά στιγμή τούς ἔβλεπες νά παχαίνουν. Δέν πάχαιναν, ἐπρήζονταν. Ἐκείνη ἡ ἔλλειψη τοῦ λαδιοῦ δημιουργοῦσε πρήξιμο. Θυμᾶμαι ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πρησμένους.
Ἀκόμη θυμᾶμαι ὅτι εἶχε πέσει μιά λίμα, «λίμα» θά πεῖ, ἀπό τό λιμοκτονῶ, τό λέει ὁ λαός: «Αὐτός λίμαξε, εἶναι λιμασμένος», θά πεῖ ἀχόρταστος. Νά μᾶς ἔδιναν πολύ φαΐ, νά φᾶμε, δέν χορταίναμε. Καί πέφτει αὐτή ἡ λίμα, πού εἶναι κυρίως στόν καιρό τῆς πείνας. Θυμᾶμαι παιδιά μικρά, ἦταν σταθμός παιδικός, Μπενάκειο λεγόταν, τοῦ Μπενάκη ἦταν, κι ἐκεῖ μάζευαν κάποια παιδιά. Τί νά τούς δώσουν σέ αὐτά τά παιδάκια; Κάθονταν τά καημένα ἐκεῖ στό πεζοδρόμιο. Ἦταν πετσί καί κόκαλο, ἄν ἔχετε δεῖ φωτογραφίες τῆς ἐποχῆς. Ἦταν ἀναρίθμητες οἱ μύγες στά μάτια τους καί δέν εἶχαν τή δύναμη νά κάνουν ἔτσι, νά διώξουν τίς μύγες. Αὐτό τό εἶδα μέ τά μάτια μου! Προσωπικά, ἀγαπητοί μου, πού ἔχω ἀρκετές ἐμπειρίες πάνω στό θέμα αὐτό, εἶδα κάποιον ἄνθρωπο, προηγεῖτο ἀπό μένα σέ ἕναν δρόμο, ἔρημος, ἦταν ἡ ὁδός Τατοΐου γιά τήν ἀκρίβεια, τόν εἶδα, δηλαδή ἦταν λίγα μέτρα πιό μπροστά μου, πού ἔτρωγε κάποιες μαῦρες σταφίδες, τίς εἶχε στήν τσέπη του τίς σταφίδες. Μεταξύ ἐκείνου καί ἐμοῦ ἦταν καί ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Κάποια στιγμή στόν πρῶτο πού ἔτρωγε τίς σταφίδες ἔπεσε μία μόνη σταφίδα. Ὁ ἀπό πίσω του κάνει ἕνα μακροβούτι καί ἅρπαξε τή σταφίδα καί τήν ἔβαλε ἀμέσως στό στόμα του. Εἶμαι μάρτυς τοῦ πράγματος!
Ἄλλη φορά εἶδα κάποιον πού κάπνιζε. Βέβαια, θυμοῦμαι μία γνωστή μας, φιλική μας οἰκογένεια, γιατί δέν ὑπῆρχαν τσιγάρα, ἄν κατάφερνε κανείς νά πάρει ἀπό τούς Γερμανούς τσιγάρα, ἀλλά ἦταν τό πάθος. Εἶχαν ξεράνει μελιτζανόφυλλα καί τά ἔκαναν τσιγάρα, γιά νά τά καπνίζουν! Λοιπόν, ἕνας κάπνιζε ἕνα τσιγάρο. Κάποια στιγμή τελείωσε καί τό πέταξε τό τσιγάρο, νομίζω λέγεται αὐτό τό ἀποτσίγαρο γόπα. Ἔ, … πάλι ἕνας ἄλλος δίπλα, κάνει κι αὐτός ἕνα μακροβούτι καί ἅρπαξε τή γόπα καί τήν ἔβαλε στό στόμα του! Τά ἀκοῦτε; Ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀτελείωτες οἱ ἱστορίες τῆς πείνας!
Θυμᾶμαι ὅτι ἰδίως ἐκεῖνο τόν μῆνα, ἀπό τίς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1944 ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, πού εἴχαμε τή λεγόμενη ἐπανάσταση, ἦταν κάτι φοβερό! Ἤμαστε κλεισμένοι στά σπίτια μας. Ἐπωλεῖτο στήν Ἀθήνα ἕνας τενεκές νερό μία λίρα χρυσή! Εἴχαμε κάτι ἐλάχιστα πράγματα ἐμεῖς, νά ζήσουμε, καί αὐτά τά ἐλάχιστα … εἴχαμε γύρω στίς 4 ὀκάδες σιτάρι. Δέν ξέραμε ὅμως πότε θά τελειώσει αὐτή ἡ ἱστορία καί ἔπρεπε νά τρῶμε λίγο-λίγο. Θυμᾶμαι τόν ἑαυτό μου πού πεινοῦσε, ἕνας πού πεινᾶ δέν μπορεῖ νά κοιμηθεῖ, σηκώνεται, γιά νά φάει. Ἄνοιγα τά ντουλάπια, τίποτα τά ντουλάπια! Ἐνῶ ἤξερα ὅτι δέν εἶχαν τίποτα. Ξανάπεφτα στό κρεβάτι, ποῦ νά κοιμηθῶ! Ξανασηκωνόμουν πάλι καί ξανάνοιγα τά ντουλάπια, ἀφοῦ ἤξερα ὅτι δέν ἔχουν τίποτα. Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι φοβερό πράγμα ἡ πεῖνα!
Θυμηθεῖτε ἀκόμη, ἀγαπητοί, μέσα στό ἄψε-σβῆσε ἄδειασαν τά σοῦπερ μάρκετς τό 1974. Τό ἐνθυμεῖστε; Μέ τό Κυπριακό.
Θυμοῦμαι, κάποιος ἀξιωματικός εἶχε ἐπισκεφτεῖ τό μοναστήρι μας καί μᾶς ἔλεγε μιά προσωπική του ἱστορία. Ὅταν διηγεῖτο στά παιδιά του -εἶχε ἕνα ἀγοράκι μικρό, τοῦ Δημοτικοῦ-, διηγεῖτο τίς ἱστορίες τῆς κατοχῆς καί τῆς πείνας μέ τήν ἔκφραση «δέν εἴχαμε νά φᾶμε ψωμί», καί τοῦ λέει ὁ μικρός: «Καλέ πατέρα, δέν εἴχατε νά φᾶτε ψωμί, γιατί δέν τρώγατε κρέας;» [γέλια]. Αὐτό εἶναι ἐνδεικτικό, ξέρετε, ὅτι ἡ νέα γενιά δέν γνωρίζει πεῖνα, οὔτε μπορεῖ νά τό διανοηθεῖ καί νά τό φανταστεῖ. Ναί, ναί!».
(Ἰεζεκιήλ, ὁμιλία 7η)



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...